Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια χρόνια, αυτοάνοση, εξελικτική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή των αρθρώσεων και σπανιότερα άλλων οργάνων, όπως τα μάτια, οι πνεύμονες, η καρδιά. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις οδηγεί σε καταστροφή του χόνδρου, διάβρωση των οστών και σημαντική παραμόρφωση, αναπηρία και νοσηρότητα σε 10-20 χρόνια από την εμφάνισή της.

Είναι το πιο συχνά εμφανιζόμενο φλεγμονώδες ρευματικό νόσημα και συνήθως προσβάλλει άτομα ηλικίας 35-55 ετών, αν και μπορεί να εμφανιστεί και σε νεότερες ηλικίες. Τείνει να εμφανίζεται τρεις φορές περισσότερο στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες και στον ελληνικό πληθυσμό συναντάται στο 6,7% των ενηλίκων.

H θεραπεία για την ίαση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας δεν έχει βρεθεί ακόμη. Ωστόσο, για τα άτομα που νοσούν συστήνεται η χρήση κάποιων φαρμακευτικών σχημάτων με σκοπό την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου, την ελαχιστοποίηση της βλάβης στις αρθρώσεις και την ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Πέραν της φαρμακευτικής προσέγγισης, η σωστή διατροφή διαδραματίζει καίριο ρόλο στην επιβράδυνση της νόσου μεταξύ άλλων παραγόντων επίσης σημαντικών (π.χ. φυσικοθεραπεία, συστηματική άσκηση, διακοπή του καπνίσματος).

Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η υιοθέτηση συγκεκριμένων διατροφικών συνηθειών βοηθά στην καλύτερη ποιότητα ζωής των ασθενών, κυρίως μέσω του ρόλου τους στη μείωση των επιπέδων φλεγμονής του οργανισμού. Πιο συγκεκριμένα, συστήνεται:

Πώς επιδρά το βάρος στις αρθρώσεις μας

Διατήρηση υγιούς βάρους. Το σωματικό βάρος έχει ιδιαίτερη επίδραση στις αρθρώσεις, συνεπώς και στην εξέλιξη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Πρόσφατες επιστημονικές ανασκοπήσεις υποδηλώνουν ότι η παχυσαρκία είναι ένας σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στην ανάπτυξη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας λόγω μηχανισμών φλεγμονής που είναι κοινοί και στις δύο καταστάσεις.

Το υπερβάλλον σωματικό βάρος αυξάνει τη δραστηριότητα της νόσου και καθυστερεί την ύφεση, ενώ, παράλληλα, περιορίζει την αποτελεσματικότητα κάποιων φαρμάκων. Από την άλλη, στο πολύ χαμηλό σωματικό βάρος, ο περιορισμένος μυϊκός ιστός δεν αρκεί για την υποστήριξη των αρθρώσεων.

Ο συνδυασμός υγιεινής διατροφής και συστηματικής άσκησης συμβάλλει στη σωστή ρύθμιση του βάρους, με την υποσημείωση ότι η απότομη και επιθετική ελάττωση του βάρους έχει φανεί σε μελέτες επιζήμια για τη ρευματοειδή αρθρίτδα.

Φάρμακο η μεσογειακή διατροφή

Ενας σημαντικός όγκος επιστημονικών δεδομένων δείχνει ότι ένα υγιεινό και πλήρες διατροφικό πρότυπο, όπως η μεσογειακή δίαιτα, συμβάλλει στην αντιμετώπιση χρόνιων εκφυλιστικών ασθενειών, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, μέσω της ελάττωσης της συστηματικής φλεγμονής.

Ενα τέτοιο διατροφικό μοντέλο παρέχει στον οργανισμό ποικιλία τροφίμων και θρεπτικών συστατικών με αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση (π.χ. μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά, αντιοξειδωτικές βιταμίνες) ενώ σχετίζεται με χαμηλή κατανάλωση τροφών που ενισχύουν τη φλεγμονή (π.χ. κορεσμένα λιπαρά).

Τα ω-3 μειώνουν τη φλεγμονή

Τα ω-3 λιπαρά οξέα ερευνητικά δείχνουν να προλαμβάνουν ή να εξασθενούν τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Σε κλινικές μελέτες φαίνεται ότι τα ω-3 λιπαρά μπορεί να έχουν ρυθμιστική επίδραση στη δραστηριότητα της νόσου, μειώνοντας τα επίπεδα φλεγμονής, τον πόνο, τη δυσκαμψία αλλά και τον αριθμό των ερεθισμένων αρθρώσεων.

Ψάρια όπως οι σαρδέλες, το σκουμπρί, η ρέγγα, ο σολομός είναι πολύ καλές πηγές.

Συστήνεται η κατανάλωση 2 μερίδων (1 μερίδα = 140 γραμμάρια) λιπαρού ψαριού την εβδομάδα. Τα ω-3 λιπαρά οξέα που προέρχονται από φυτικές πηγές, όπως ο λιναρόσπορος, έχουν μικρότερη επίδραση στη μείωση της φλεγμονής.

Επαρκής πρόσληψης ασβεστίου: Συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας των οστών.

Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα κρίνεται απαραίτητη η επάρκειά του, καθώς υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος εμφάνισης οστεοπόρωσης λόγω της πιθανής λήψης γλυκοκορτικοειδών ως μέρος του φαρμακευτικού σχήματος.

Καλές πηγές ασβεστίου είναι τα γαλακτοκομικά χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (γάλα, γιαούρτι, τυρί), τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα αμύγδαλα και τα μικρά ψάρια που τρώγονται με τα κόκαλα (π.χ. σαρδέλες).

Ο ρόλος των αντιοξειδωτικών

Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα το αντιοξειδωτικό αμυντικό σύστημα του οργανισμού εξαντλείται και η ενίσχυση της πρόσληψης αντιοξειδωτικών από τη δίαιτα φαίνεται ότι μπορεί να βοηθήσει. Η τακτική κατανάλωση αντιοξειδωτικών (βιταμίνες και διάφορα φυτοχημικά συστατικά) συνδέεται με μείωση των συμπτωμάτων χρόνιων παθήσεων. Εχει αποδειχθεί ότι έχουν αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ παράλληλα συμβάλλουν στην καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, σε ορισμένες μελέτες έχει φανεί ότι προστατεύουν από την ιστική βλάβη και σχετίζονται με μείωση του πόνου και του ερεθισμού των αρθρώσεων, χωρίς όμως να συμφωνούν όλα τα επιστημονικά δεδομένα. Βρίσκονται σε μεγάλη ποσότητα στα φρούτα και στα λαχανικά, ιδιαίτερα σε αυτά με έντονο χρώμα, π.χ. πορτοκάλια, βερίκοκα, καρότα, πιπεριές, ντομάτες.

Απαραίτητη η βιταμίνη D

Είναι απαραίτητη για την απορρόφηση του ασβεστίου και έχει σημαντικό ρόλο στην καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D παρατηρείται συχνά σε άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα και σχετίζεται με ταχύτερη εξέλιξη της νόσου.

Προσλαμβάνεται από λιγοστές διατροφικές πηγές, ενώ ο βασικός φυσικός τρόπος αύξησης των επιπέδων της είναι μέσω της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία. Ο συχνός έλεγχος των επιπέδων της συγκεκριμένης βιταμίνης είναι αναγκαίος για να αποφεύγονται καταστάσεις ανεπάρκειας ή έλλειψης.

Τα τρόφιμα που την επιβαρύνουν

Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποια τρόφιμα που πρέπει να αποφεύγονται ή να καταναλώνονται σπάνια και σε μικρή ποσότητα, διότι ενισχύουν τη φλεγμονή ή δρουν επιβαρυντικά στο σωματικό βάρος. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τρόφιμα πλούσια σε:
Κορεσμένα λιπαρά, π.χ. κόκκινο κρέας, ζωικό βούτυρο.
Trans λιπαρά, π.χ. τηγανητά, μαργαρίνη.
Επεξεργασμένοι υδατάνθρακες, π.χ. λευκό ψωμί, ζυμαρικά, ρύζι.
Ζάχαρη, π.χ. γλυκίσματα, αναψυκτικά με ζάχαρη, γλυκός καφές.
Αλάτι, π.χ. chips, έτοιμα γεύματα, junk food, υψηλή προσθήκη σε σπιτικά φαγητά.

ΜΟΤΟ
Παρά το γεγονός ότι η ρευματοειδής αρθρίτιδα αποτελεί χρόνιο νόσημα χωρίς θεραπεία, η υιοθέτηση υγιεινών διατροφικών συνηθειών και η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και η τακτική άσκηση επιβραδύνουν την εξέλιξη του νοσήματος και συμβάλλουν στην εξασφάλιση καλής ποιότητας ζωή στον ασθενή.

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τον κ. Λάμπρο Μελίστα, κλινικό διαιτολόγο – διατροφολόγο, διδάκτωρ του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Αθηνών.