Μια οικοδομή, όταν ακόμη δεν έχουν μπει τα δάπεδά της, είναι σαν τον άνθρωπο που μόλις έχει ανοίξει τα μάτια του το πρωί. Μπορεί να έχει χίλια προσόντα, αλλά εκείνη τη στιγμή ελάχιστα από αυτά μπορείς να διακρίνεις. Πρέπει να μεσολαβήσουν κάποιες απαραίτητες, ελάχιστες διαδικασίες, από νερό στο πρόσωπο και χτένισμα μέχρι ένα φλιτζάνι καφέ, για να γίνουμε κάπως ανεκτοί σε αυτούς που είναι απέναντί μας και μας κοιτάζουν. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με ένα σπίτι χωρίς το τελικό του δάπεδο, είτε πρόκειται για καινούργια οικοδομή είτε για ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού. Μόνο όταν έχουν περαστεί οι τελικές επιφάνειες, αρχίζει το σπίτι να δείχνει πόσο ωραίο μπορεί να γίνει. Αυτός που δεν ενδιαφέρεται για χτισίματα με βάση κάποιες οικολογικές αρχές ή για βιοκλιματική αρχιτεκτονική μπορεί πολύ πιο εύκολα να αποφασίσει για τις επιφάνειες που θα έχει στο δάπεδο. Αρκεί να συμβιβάσει αυτό που του αρέσει με το πόσο κοστίζει, και αυτό είναι όλο. Όποιος όμως ενδιαφέρεται και για άλλες παραμέτρους, όπως το πόσο υγιεινό είναι ένα υλικό που επάνω του θα «απλώνεται» καθημερινά η κίνηση των ενοίκων του σπιτιού, πόσο είναι οικονομικό ενεργειακά ή πόσο έβλαψαν το περιβάλλον αυτοί που μας το έφεραν μέχρι την πόρτα μας, δυσκολεύει αρκετά τη ζωή του.




Όποιο υλικό και να διαλέξουμε, ξεκινούμε από μια επίστρωση, συχνά με περλομπετόν, που θα φέρει τα πράγματα στα ίσια τους, θα σκεπάσει το λερωμένο από τους σοβάδες και με ανωμαλίες δάπεδο, και θα δώσει τις σωστές κλίσεις. Έπειτα όμως αρχίζουν τα δύσκολα. Τι θα μπει επάνω; Μάρμαρο, ξύλο, πλακάκι, γρανίτης ή κάποιο άλλο υλικό είναι οι βασικές και κατά σειρά... νεοελληνικές προτιμήσεις.
Για το μάρμαρο δεν θέλουμε να πούμε πολλά, είναι θέμα γούστου· αλλά κάποιος που ενδιαφέρεται για το περιβάλλον και την οικολογική δόμηση ας κοιτάξει γύρω του και ας σκεφτεί πόσο επιβαρύνεται ο χώρος που ζούμε από την εξόρυξη του μαρμάρου, από τα απόβλητα της επεξεργασίας του και από την ενέργεια που χρειάζεται για το γυάλισμα και την υπόλοιπη διαμόρφωση ενός κομματιού από το υλικό αυτό.
Για το ξύλο θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι δεν έχει εμποτιστεί με διάφορες τοξικές ουσίες, στην προσπάθεια να μη γίνει φωλιά εντόμων, να μην έχει χρησιμοποιηθεί φορμαλδεΰδη στην επάλειψή του (που φέρνει ζαλάδες κατά την εισπνοή της και, εδώ και χρόνια, την υποψιάζονται για καρκινογόνο δράση) και να μην ξεχνούμε ότι είναι πάντα ένα εύφλεκτο υλικό μέσα στο σπίτι. Πάντως, όποιος επιμένει, ας έχει υπόψη του ότι το μπαμπού χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πιο ανθεκτικά υλικά και μαζί με το φελλό θεωρούνται δύο από τα πιο αποδεκτά οικολογικά υλικά, καθώς και τα δύο είδη αποτελούν εύκολα ανανεώσιμες πηγές ξυλείας.
Τα πλακάκια, ειδικά στο μπάνιο και την κουζίνα, έχουν το μεγάλο μειονέκτημα ότι πιάνουν μύκητες στους αρμούς και είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγείτε από αυτούς. Όσοι «ψήνονται» για πλακάκια από γρανίτη που δεν έχουν υάλωση επάνω -υπάρχουν αρκετά ωραία κομμάτια, πολύ ευχάριστα στο βάδισμα- ας γνωρίζουν ότι κάποιες φορές, έστω και σπάνια, μπορεί το υλικό αυτό να παρουσιάσει αυξημένη ραδιενέργεια. Στην περίπτωση, λοιπόν, που διαλέξαμε ένα γρανιτικό υλικό, μπορούμε να απευθυνθούμε στην Ε.Ε.Α.Ε. στον Δημόκριτο, να δώσουμε δύο πλακάκια καλά κονιορτοποιημένα από το υλικό αυτό και σε μερικές ημέρες θα μας πουν αν πρέπει να το εγκαταστήσουμε στο σπίτι μας.
Το λινόλεουμ είναι μία ακόμη επιλογή. Αποτελείται από ξυλάλευρα και σκόνη φελλού, αναμεμειγμένα με λινέλαιο και ρετσίνι επάνω σε βάση από φυτικό νήμα, και θεωρείται ένα απόλυτα αποδεκτό υλικό.
Oι διάφορες ψάθες, που βρίσκουμε σε εκθέσεις, για την κάλυψη των επιφανειών του σπιτιού, αν και είναι πολύ ευχάριστες στο περπάτημα, ειδικά όταν είμαστε ξυπόλητοι, θέλουν προσοχή. Πρέπει να ρωτήσουμε λίγο πιο επίμονα ή να ζητήσουμε να δούμε κάπου γραμμένη τη σύνθεση του υλικού, γιατί συχνά, αν και μοιάζουν να είναι φτιαγμένες από φυσικά συστατικά, στην πραγματικότητα έχουν κατασκευαστεί με βάση το PVC, οπότε και πρέπει... να αρχίσουμε να τρέχουμε!
Tο cotto είναι ένα υλικό κάπως παρεξηγημένο εδώ στην Ελλάδα. Μιλάμε γι’ αυτό με την ελπίδα ότι κάποιοι αναγνώστες θα σχηματίσουν μια καλύτερη ιδέα, αφού πρόκειται για κάτι πολύ συμβατό με τις οικολογικές και βιοκλιματικές προδιαγραφές. Είναι ο ψημένος πηλός, πιο γνωστός εδώ με το αλλοδαπό του όνομα cotto, που χρησιμοποιείται ως υλικό επίστρωσης δαπέδων. O πηλός συντροφεύει τον άνθρωπο στις διάφορες κατασκευές για αρκετές χιλιάδες χρόνια. Η επαφή με το υλικό αυτό είναι πολύ ευχάριστη όχι μόνο στα χέρια, αλλά και όταν περπατήσετε επάνω του ξυπόλητοι. Βρίσκεται παντού: από τον πυθμένα των λιμνών, όπου στεγανοποιεί το έδαφος, μέχρι και τον πιο μικρό σβώλο χώματος, αφού το χώμα στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ένα μείγμα άμμου και πηλού. Στα περισσότερα μέρη της Γης, οι άνθρωποι έχουν δοκιμάσει τη δόμηση με πηλό και έχει αποδειχτεί ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά ανθεκτικό υλικό (είτε άψητος, είτε ισχυροποιημένος μέσα από τη δοκιμασία της φωτιάς). Ακόμη και όσοι χτίζουν σε ψυχρά κλίματα τον θεωρούν ένα πολύ καλό υλικό, γιατί αντέχει στον πάγο και τη βροχή. Το περίεργο είναι ότι ένα τόσο καλό υλικό, γνωστό στους Έλληνες από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους, στη χώρα μας δεν κατάφερε να διαδοθεί. Όσοι έλληνες κατασκευαστές προσπάθησαν να βγάλουν προϊόντα cotto, αντιμετώπισαν δυστυχώς την αδιαφορία του κοινού. Λέγεται ότι τώρα ξεκίνησαν πάλι κάποιοι τολμηροί κάτι παρόμοιο και δεν μας συμφέρει να αγνοήσουμε την προσπάθειά τους για όλα όσα θα αναφέρουμε παρακάτω.




Το cotto, που είναι πλάκες ψημένου πηλού αλλά χωρίς την εφυάλωση, δηλαδή τη σκληρή επιφάνεια που χαρακτηρίζει τα «πλακάκια», αν και έχει πόρους (πωρότητα 15%), είναι πολύ καλύτερο ακόμη και για εξωτερικούς χώρους. Διότι αυτοί ακριβώς οι πόροι επιτρέπουν στις πλάκες cotto να συγκολλώνται καλύτερα με το συνηθισμένο ασβεστοκονίαμα, αφού του επιτρέπουν να διεισδύει καλύτερα στις επιφάνειες συγκόλλησης. Oι νοικοκυρές δεν δέχτηκαν το cotto, γιατί έβγαλε τη φήμη ότι λεκιάζει και ξεκολλάει. Και είναι κρίμα, διότι και τα δύο αυτά προβλήματα κανονικά δεν θα έπρεπε να εμφανιστούν καν. Αρκεί να γνωρίζουμε κάποια πολύ απλά πράγματα: Πρώτον, ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στο μείγμα της λάσπης, για τη συγκόλλησή τους, τσιμέντο μαζί με τον ασβέστη. Διότι ο ασβέστης τραβάει το νερό από το τσιμέντο και το κάνει τελικά εύθρυπτο, δηλαδή εύκολο να μετατραπεί σε σκόνη. Μάλιστα, μάστορες από χώρες με παράδοση στα γήινα υλικά, που μας ήλθαν από μακρινές χώρες, όπως η Αμπχαζία, δεν χρησιμοποιούν ποτέ ασβέστη με τσιμέντο στη συγκόλληση και απορούν με τους εδώ που το κάνουν. Δεύτερον, και εξίσου σημαντικό για το cotto, είναι ότι μετά την επίστρωση μέσα ή έξω πρέπει να περιμένουμε για δύο έως τρεις εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό τι συμβαίνει; Το περλομπετόν που έχουμε ρίξει, όπως αναφέραμε πριν, για να ισιώσουμε το δάπεδο, περιέχει κι αυτό τσιμέντο. Το τσιμέντο έχει άλατα διαλυτά. Με το στέγνωμα του νερού που περιείχε, «ξερνάει», όπως λένε, στην επιφάνεια αυτά τα άλατα. Περιμένουμε, λοιπόν, υπομονετικά να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία σε είκοσι περίπου ημέρες και μετά σκουπίζουμε προσεκτικά την επιφάνεια για να φύγουν τα άλατα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να την αλείψουμε με ένα εμποτιστικό λάδι, που θα τη θωρακίσει από το ανεπιθύμητο λέκιασμα. Και όπως μας είπε ένας ειδικός, μην ψάχνετε για το ακριβότερο cotto νομίζοντας ότι αυτό μόνο είναι το καλό. Το υλικό είναι από μόνο του καλό και κάτι πιο φθηνό δεν είναι απαραίτητα πολύ χειρότερο· αρκεί να ακολουθήσετε την προηγούμενη διαδικασία και θα περπατάτε επάνω σε ένα χοϊκό υλικό με τεράστια αντοχή, που δεν πιάνει φωτιά, είναι σχετικά φθηνό και απόλυτα φιλικό προς το περιβάλλον του σπιτιού.

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία το χημικό μηχανικό κ. Γιάννη Γκύλλη, της εταιρείας «ΑΙΤ».