Τα βιολογικά προϊόντα κερδίζουν την εμπιστοσύνη ολοένα και περισσότερων καταναλωτών. Ωστόσο, η «πράσινη στροφή» στην κατανάλωση συμβαδίζει με μια καχυποψία όσον αφορά την ποιότητα των βιολογικών προϊόντων, που είναι περίπου 30% ακριβότερα από τα συμβατικά. Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τους καταναλωτές είναι αν όντως τα προϊόντα αυτά είναι «καθαρά» από φυτοφάρμακα. Με άλλα λόγια, κατά πόσο οι βιοκαλλιεργητές σέβονται τις αρχές της βιολογικής γεωργίας ή τις παραβιάζουν. Εμείς αναζητήσαμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, προκειμένου να διαπιστώσουμε κατά πόσο πρέπει να εμπιστευόμαστε τα βιολογικά προϊόντα. Τα βιολογικά προϊόντα κερδίζουν την εμπιστοσύνη ολοένα και περισσότερων καταναλωτών. Ωστόσο, η «πράσινη στροφή» στην κατανάλωση συμβαδίζει με μια καχυποψία όσον αφορά την ποιότητα των βιολογικών προϊόντων, που είναι περίπου 30% ακριβότερα από τα συμβατικά. Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τους καταναλωτές είναι αν όντως τα προϊόντα αυτά είναι «καθαρά» από φυτοφάρμακα. Με άλλα λόγια, κατά πόσο οι βιοκαλλιεργητές σέβονται τις αρχές της βιολογικής γεωργίας ή τις παραβιάζουν. Εμείς αναζητήσαμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, προκειμένου να διαπιστώσουμε κατά πόσο πρέπει να εμπιστευόμαστε τα βιολογικά προϊόντα.


Όταν αναφερόμαστε σε βιολογικά προϊόντα, εννοούμε πάντα τα πιστοποιημένα, δηλαδή όσα -χύμα ή συσκευασμένα- φέρουν το σήμα ενός από τους οχτώ οργανισμούς πιστοποίησης της χώρας μας. «Μη πιστοποιημένο βιολογικό προϊόν δεν υπάρχει», τονίζει κατηγορηματικά η κ. Αλεξάνδρα Βαλοπετροπούλου, βιοκαλλιεργήτρια και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Βιοκαλλιεργητών Λαϊκών Αγορών Αττικής. Με άλλα λόγια, όταν αγοράζετε βιολογικά προϊόντα -από το σουπερμάρκετ, από τη λαϊκή αγορά ή από ένα κατάστημα-, κύριο μέλημά σας πρέπει να είναι η αναζήτηση του σήματος πιστοποίησης. Εάν πρόκειται για χύμα φρούτα και λαχανικά και στον πάγκο δεν φαίνεται κάποια σχετική ένδειξη, έχετε το δικαίωμα να ζητήσετε από τον παραγωγό τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα του είναι βιολογικά και εκείνος οφείλει να σας τα δείξει. Η πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων δεν προστατεύει μόνο εμάς τους καταναλωτές από τους επιτήδειους που πωλούν ακριβότερα τα προϊόντα τους βαφτίζοντάς τα βιολογικά, χωρίς να είναι. Πρωτίστως, αποτελεί απόδειξη ότι ο βιοκαλλιεργητής έχει σεβαστεί τη γη την οποία καλλιεργεί και δεν την έχει ποτίσει με τόνους λιπασμάτων και με χημικά εντομοκτόνα, μυκητοκτόνα και ζιζανιοκτόνα.

Η ταυτότητα ενός βιολογικού προϊόντος
Σε ένα πιστοποιημένο βιολογικό προϊόν πρέπει να αναγράφεται: l Η επωνυμία της επιχείρησης που παράγει, συσκευάζει ή εμπορεύεται το προϊόν, καθώς και ο κωδικός πιστοποίησής της. l Επίσης, ότι είναι «προϊόν βιολογικής γεωργίας» ή «προϊόν βιολογικής γεωργίας σε μετατροπή» (όταν το χωράφι είναι σε μεταβατικό στάδιο). l Ο κωδικός του οργανισμού πιστοποίησης υποχρεωτικά (π.χ. EL-01-BIO) και το σήμα του (προαιρετικά). Oι οργανισμοί πιστοποίησης της χώρας μας είναι οι εξής: ΔΗΩ (EL-01-BIO), Φυσιολογική (EL-02-BIO), BIOEλλάς (EL-03-BIO), QWays Διαδρομές Ποιότητας (EL-04-BIO), A CERT Ευρωπαϊκός Oργανισμός Πιστοποίησης (EL-05-BIO), ΙRIS-Α, Χατζηδάκης και ΣΙΑ Ε.Ε. (EL-O6-BIO), Πράσινος Έλεγχος -Green Control (EL-07-BIO) και το Γεωτεχνικό Ινστιτούτο (EL-08-BIO). Το σήμα πιστοποίησης ενός ελληνικού οργανισμού έχει ισχύ σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. l Tο εθνικό λογότυπο υποχρεωτικά (το οποίο όμως είναι ακόμη υπό διαμόρφωση), καθώς και το ευρωπαϊκό σήμα, που προς το παρόν είναι προαιρετικό, αλλά θα είναι υποχρεωτικό από το 2009.


Το σήμα πιστοποίησης που φέρει ένα βιολογικό προϊόν αποδεικνύει ότι έχει διενεργηθεί μια σειρά ελέγχων -στο χωράφι, στο εργαστήριο και στο ράφι- προτού αυτό φτάσει στα χέρια μας. Μάλιστα, τα πιστοποιημένα βιολογικά προϊόντα, που αντιπροσωπεύουν μόλις το 4% της συνολικής μας γεωργίας, ελέγχονται 25 φορές περισσότερο σε σύγκριση με το υπόλοιπο 96% της συμβατικής γεωργίας. Ας δούμε σε ποιους ελέγχους υποβάλλονται:

 ● Επιτόπιος έλεγχος του χωραφιού. O κανονισμός προβλέπει ότι ο έλεγχος του αγροτεμαχίου πρέπει να γίνεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Ωστόσο, οι ελληνικοί οργανισμοί πιστοποίησης και ελέγχου θέτουν τον πήχη υψηλότερα, πραγματοποιώντας τακτικούς και έκτακτους ελέγχους 2-3 ή και περισσότερες φορές το χρόνο, δίνοντας έμφαση στις επικίνδυνες εποχές για κάθε είδος καλλιέργειας, δηλαδή στις περιόδους όπου αναμένεται να γίνει χρήση λιπασμάτων ή ζιζανιοκτόνων. Oι έλεγχοι πραγματοποιούνται από έμπειρους γεωπόνους, που μπορούν να εντοπίσουν τα ίχνη των φυτοφαρμάκων και των χημικών λιπασμάτων σε ένα κτήμα ακόμη και μήνες μετά τη χρήση τους. «O έλεγχος την κατάλληλη περίοδο μπορεί να δώσει σημαντικές ενδείξεις για την κατάσταση του αγροτεμαχίου, αλλά και για τον ίδιο τον παραγωγό και τη φιλοσοφία του», εξηγεί ο κ. Πέτρος Παντόπουλος, διευθυντής Πιστοποίησης του Γεωτεχνικού Εργαστηρίου στην Ημαθία, ενός από τους νεότερους οργανισμούς πιστοποίησης (του μόνου που διαθέτει το δικό του διαπιστευμένο εργαστήριο).

 ● Εργαστηριακός έλεγχος. Εάν ο ελεγκτής-γεωπόνος το κρίνει απαραίτητο, παίρνει δείγμα από το χωράφι (χώμα, καρπούς) και ζητά την εργαστηριακή του ανάλυση για ίχνη λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Η ανάλυση γίνεται πάντα σε διαπιστευμένο εργαστήριο, όπου το δείγμα αποστέλλεται ανώνυμα. O δειγματοληπτικός έλεγχος μπορεί να γίνει, λόγου χάρη, σε χωράφια που γειτνιάζουν με αγροτεμάχια συμβατικής καλλιέργειας, οπότε υπάρχει ο κίνδυνος της επιμόλυνσης – ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζουν σήμερα οι βιοκαλλιεργητές και ο οποίος μας θυμίζει ότι τα βιολογικά προϊόντα δεν παράγονται μέσα σε γυάλινες σφαίρες. O νόμος προβλέπει τον ετήσιο δειγματοληπτικό έλεγχο στο 5% τουλάχιστον των βιοκαλλιεργητών. Ωστόσο, οι ελληνικοί οργανισμοί πιστοποίησης θέτουν υψηλότερους στόχους, πραγματοποιώντας περισσότερους ελέγχους, διπλασιάζοντας ή και τριπλασιάζοντας το παραπάνω ποσοστό. Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι ίδιοι οι βιοκαλλιεργητές, καθώς και οι έμποροι βιολογικών προϊόντων, συχνά πραγματοποιούν τους δικούς τους εργαστηριακούς ελέγχους, ούτως ώστε να βεβαιωθούν για την καθαρότητα των προϊόντων τους και να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών τους.

 ● Έλεγχος στο ράφι. Oι έλεγχοι των πιστοποιητικών οργανισμών δεν περιορίζονται στο χωράφι. Επεκτείνονται και στο ράφι. Μπορεί να γίνει, λόγου χάρη, λήψη δείγματος από το μαγαζί όπου πωλούνται τα βιολογικά προϊόντα ενός παραγωγού (οι πιστοποιητικοί οργανισμοί γνωρίζουν πού διαθέτει ο κάθε παραγωγός τα προϊόντα του), αλλά και από τη μεταποιητική μονάδα, ακόμη και από τη δεξαμενή του ελαιόλαδου (στην περίπτωση του λαδιού, που αποτελεί το βασικό βιολογικό προϊόν της χώρας μας, το οποίο, κυρίως, εξάγεται).

 ● Έλεγχος των εγγράφων. Κάθε βιοκαλλιεργητής οφείλει να τηρεί ημερολόγιο και αρχείο όλων των εγγράφων (τιμολογίων, αποδείξεων κλπ.) που αφορούν την παραγωγή του. Η εξέταση των εγγράφων είναι σημαντική και συμπληρώνει την εικόνα που διαμορφώνει ο ελεγκτής από τον επιτόπιο έλεγχο του χωραφιού.

 ● Έλεγχος των κρατικών φορέων. Oι οργανισμοί πιστοποίησης των βιολογικών προϊόντων ελέγχονται από τους κρατικούς φορείς (OΠΕΓΕΠ, ΕΣΥΔ) σε ετήσια βάση. Oι έλεγχοι αφορούν τους φακέλους των βιοκαλλιεργητών τους οποίους τηρούν οι οργανισμοί πιστοποίησης. Γίνονται όμως και έλεγχοι (επιτόπιοι και δειγματοληπτικοί) στους ίδιους τους παραγωγούς, καθώς και στους χώρους εμπορίας (χονδρικής και λιανικής) των προϊόντων βιολογικής γεωργίας.


● Τι αποκαλύπτει η πληθώρα των ελέγχων που διενεργείται στους παραγωγούς βιολογικών προϊόντων; Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι βιοκαλλιεργητές μας είναι από τους πλέον συνεπείς της Ευρώπης. Μάλιστα, εκτιμάται ότι το ποσοστό των προβληματικών δειγμάτων της χώρας μας είναι κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος ανέρχεται σε 2%.

 ● Σύμφωνα με τη ΒΙOΕΛΛΑΣ, το μεγαλύτερο οργανισμό πιστοποίησης και ελέγχου στην Ελλάδα και έναν από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη, η παραβατικότητα που αφορά τη χρήση φυτοφαρμάκων ή άλλων μη επιτρεπόμενων ουσιών κυμαίνεται στο 0,6% των ενταγμένων στη ΒΙOΕΛΛΑΣ βιοκαλλιεργητών - ένα ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό.

 ● Σύμφωνα με τον κ. Κώστα Παζαρακιώτη, διευθυντή Επικοινωνίας της ΔΗΩ, του παλαιότερου οργανισμού πιστοποίησης στην Ελλάδα, οι περιπτώσεις των παραβατών δεν ξεπερνούν το 3% των εγγεγραμμένων στη ΔΗΩ παραγωγών, εκ των οποίων, όμως, ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν κάνει εσκεμμένη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Πολύ περισσότερες είναι οι περιπτώσεις της επιμόλυνσης του κτήματος, π.χ. από τα παρακείμενα συμβατικά χωράφια. Το ζήτημα της επιμόλυνσης παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο έλληνας βιοκαλλιεργητής, ο οποίος ελέγχεται εξονυχιστικά, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το γείτονά του συμβατικό αγρότη, που κάνει ελεύθερα χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων.

 ● Παρόμοια εικόνα έχει και ο χημικός κ. Πέτρος Πασχάλης, διευθύνων σύμβουλος του διαπιστευμένου εργαστηρίου Agent, στο οποίο φτάνουν ανώνυμα δείγματα βιολογικών προϊόντων από όλη τη χώρα. O κ. Πασχάλης εκτιμά ότι λιγότερο από το 10% των δειγμάτων που ελέγχονται είναι προβληματικό και για τα μισά ευθύνεται η επιμόλυνση και όχι η εσκεμμένη χρήση φυτοφαρμάκων.

 ● Ακόμη ένα λόγο για τον οποίο οι βιοκαλλιεργητές σπανίως παραβιάζουν τους κανόνες της βιολογικής γεωργίας προσθέτει ο σύμβουλος γεωπόνος κ. Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δραστηριοποιείται στα Γρεβενά: Στις μικρές κοινωνίες όπου ζουν οι βιοκαλλιεργητές, οι παραβάτες δεν περνούν απαρατήρητοι και απομονώνονται από την τοπική κοινωνία.


ΤO ΠΙO ΣΗΜΑΝΤΙΚO ΣΤΑΔΙO
στη διαδικασία πιστοποίησης ενός χωραφιού είναι η μετατροπή του από συμβατικό σε βιολογικό. Πρακτικά, το μεταβατικό στάδιο αφορά μια περίοδο 2 ετών για τις δενδρώδεις καλλιέργειες και 3 ετών για τα κηπευτικά. O χρόνος αυτός κρίνεται απαραίτητος, με βάση την ευρωπαϊκή νομοθεσία, για να «αποτοξινωθεί» το χωράφι από τα χημικά που έχει δεχτεί. Επιπλέον, όσα χωράφια βρίσκονται κοντά σε σκουπιδότοπο, σε βιομηχανική ζώνη, σε αεροδρόμιο και σε δρόμους μεγάλης κυκλοφορίας αποκλείονται εξαρχής.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ του μεταβατικού σταδίου, τα προϊόντα του παραγωγού διατίθενται στην αγορά με την ένδειξη ότι προέρχονται από κτήμα σε μεταβατικό στάδιο βιολογικής γεωργίας. Μάλιστα, οι βιοκαλλιεργητές καλούν τους καταναλωτές να μην είναι επιφυλακτικοί με τα «μεταβατικά» προϊόντα γιατί, αν πραγματικά θέλουν να δώσουν ώθηση στη βιολογική γεωργία (και να μειωθούν οι τιμές των προϊόντων της), θα πρέπει να στηρίξουν τους παραγωγούς στο ξεκίνημά τους.
Η ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΤΡOΠΗΣ, πάντως, δεν είναι μεταβατική μόνο για το χωράφι, αλλά και για τον αγρότη, κυρίως στην περίπτωση που ήταν συμβατικός αγρότης και όχι κάποιος που ασχολήθηκε με τη βιολογική γεωργία χωρίς να έχει καμιά απολύτως προηγούμενη εμπειρία (π.χ. ένας κάτοικος της πόλης που αποφάσισε να αλλάξει ζωή). «Τα αγροχημικά είναι ντόπινγκ», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Κώστας Ιγνατιάδης, διευθυντής του πιστοποιητικού οργανισμού Φυσιολογική, και το μεγάλο στοίχημα είναι να αλλάξει η κουλτούρα του έλληνα αγρότη, να γίνει δηλαδή ένας συνειδητοποιημένος βιοκαλλιεργητής. Γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου οι πιστοποιητικοί οργανισμοί ελέγχουν πιο αυστηρά τους βιοκαλλιεργητές.
ΜΕΤΑ ΤO ΠΕΡΑΣ της μεταβατικής περιόδου, το αγρόκτημα θεωρείται πλέον βιολογικό και ο παραγωγός μπορεί να διαθέσει τα προϊόντα του στην αγορά με το σήμα πιστοποίησης του οργανισμού τον οποίο έχει επιλέξει. Ωστόσο, οι έλεγχοι δεν σταματούν μετά τη χορήγηση του σήματος πιστοποίησης και οποτεδήποτε διαπιστωθεί παράβαση, ο παραγωγός υφίσταται τις ανάλογες κυρώσεις. Αν πρόκειται, λόγου χάρη, για εσκεμμένη χρήση λιπασμάτων ή φυτοφαρμάκων, ο παραγωγός μπορεί ακόμη και να εξαιρεθεί από το καθεστώς της βιολογικής γεωργίας. Εάν όμως η παράβαση οφείλεται σε επιμόλυνση από παρακείμενα συμβατικά χωράφια (κάτι που οι έμπειροι γεωπόνοι των πιστοποιητικών οργανισμών είναι σε θέση να διαπιστώσουν), τότε τα προϊόντα του βιοκαλλιεργητή δεν λαμβάνουν πιστοποίηση και ο ίδιος υφίσταται οικονομική ζημιά, επειδή δεν μπορεί να τα διαθέσει στην αγορά ως βιολογικά.


Η πιθανότητα να αγοράσετε βιολογικά καρότα... Oλλανδίας σε ελληνικό σουπερμάρκετ είναι πολύ μεγάλη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 80% των βιολογικών φρούτων και λαχανικών είναι εισαγόμενα (οι έλληνες παραγωγοί καλλιεργούν λιγοστά κηπευτικά, επειδή η παραγωγή τους είναι πιο απαιτητική συγκριτικά π.χ. με την ελιά και επιδοτείται λιγότερο). Καλό είναι, λοιπόν, να γνωρίζετε τι πρέπει να αναζητήσετε στην ετικέτα ενός εισαγόμενου βιολογικού προϊόντος:

 ● Εάν πρόκειται για βιολογικό προϊόν από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε θα έχει δύο σήματα πιστοποίησης. Το ένα σήμα είναι του οργανισμού που το πιστοποίησε στη χώρα της παραγωγής του και έχει ισχύ σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δεύτερο σήμα είναι του ελληνικού οργανισμού πιστοποίησης και αφορά την πιστοποίηση του χονδρέμπορα που διακινεί αυτό το προϊόν στην ελληνική αγορά.

 ● Εάν πρόκειται για βιολογικό προϊόν που προέρχεται από χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. σουσάμι από το Σουδάν), τότε διενεργείται μια πιο λεπτομερής διαδικασία ελέγχου –τόσο των εγγράφων όσο και του προϊόντος– προτού δοθεί σε αυτό το σήμα ενός ελληνικού οργανισμού πιστοποίησης, ούτως ώστε να διακινηθεί στην Ελλάδα. Αν και καθίσταται σαφές ότι η εγχώρια παραγωγή βιολογικών κηπευτικών προϊόντων δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των καταναλωτών, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί το ερώτημα του πόσο οικολογικό είναι ο καταναλωτής να προτιμά τα εισαγόμενα βιολογικά προϊόντα, δεδομένου ότι μέχρι αυτά να φτάσουν στο πιάτο του, το περιβάλλον έχει επιβαρυνθεί σημαντικά με το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται κατά τη μεταφορά τους.


Στη βιολογική γεωργία έχουν στραφεί άνθρωποι που δεν είχαν κάποια προηγούμενη σχέση με την γεωργία, αλλά και οι συμβατικοί αγρότες που έγιναν βιοκαλλιεργητές είτε για λόγους υγείας (φοβήθηκαν από τα κρούσματα καρκίνου σε συναδέλφους αγρότες) είτε επειδή γοητεύτηκαν από τη φιλοσοφία του βιοκαλλιεργητή. Ένα ακόμη κίνητρο που έχει στρέψει πολλούς στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία είναι τα προγράμματα επιδοτήσεων. Ωστόσο, οι επιδοτήσεις είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις: Όταν αποτελούν το μοναδικό κίνητρο για να γίνει κάποιος βιοκαλλιεργητής, τότε τίθεται το ερώτημα του πόσο συνειδητοποιημένος είναι αυτός ο παραγωγός. Από την άλλη μεριά, χωρίς τις επιδοτήσεις δεν μπορεί να δοθεί μια ουσιαστική ώθηση στη βιολογική γεωργία, που για πολλούς θεωρείται το μέλλον της γεωργίας συνολικά (γι’ αυτό και προκάλεσαν απογοήτευση οι περικοπές στα φετινά προγράμματα επιδοτήσεων, ιδιαίτερα στα κηπευτικά, που είναι η πιο ευπαθής κατηγορία προϊόντων).


● Σήμερα, στην Ελλάδα υπάρχουν 27.088 εγγεγραμμένοι επιχειρηματίες που ασχολούνται με τη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία. Στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι παραγωγοί, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό αφορά μεταποιητές και εισαγωγείς.
● O μέσος όρος ιδιοκτησίας του έλληνα βιοκαλλιεργητή είναι τα 40 στρέμματα, τα οποία όμως είναι κατακερματισμένα (π.χ. 5 στρέμματα με αμπέλια σε μια τοποθεσία, 3 στρέμματα σε άλλη κλπ.). Συγκριτικά αναφέρουμε ότι στην Ιταλία ο μέσος όρος ιδιοκτησίας είναι 135 στρέμματα, ενιαία.
● Τρία εκατομμύρια στρέμματα στην Ελλάδα βρίσκονται σε καθεστώς βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, από τα οποία τα 1.200.000 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμη γη.
● Oι κυριότερες βιολογικές καλλιέργειες στη χώρα μας είναι η ελιά (47,5%), τα σιτηρά (23%), το αμπέλι (6,1%) και τα εσπεριδοειδή (3,8%).
● Στην κτηνοτροφία, εκτρέφονται αίγες (49%), πρόβατα (30%) και πουλερικά (16%) για την παραγωγή κρέατος, γαλακτοκομικών και αυγών.


Oι οργανισμοί πιστοποίησης δίνουν σήματα πιστοποίησης και σε βιολογικές κτηνοτροφικές μονάδες. Oι έλεγχοί τους αφορούν αρκετούς τομείς, όπως π.χ. ο τρόπος σταβλισμού, η διασπορά της κοπριάς μακριά από τα υπόγεια ύδατα, η αντιμετώπιση των ασθενειών των ζώων χωρίς αντιβιοτικά, η σφαγή σε πιστοποιημένα σφαγεία. Ωστόσο, οι υπεύθυνοι των οργανισμών συμφωνούν ότι για να ανθήσει η βιολογική κτηνοτροφία στη χώρα μας, είναι απαραίτητο να εκσυγχρονιστούν οι κτηνοτροφικές μονάδες και, το κυριότερο, να αναπτυχθεί περισσότερο η βιολογική γεωργία, η οποία συνδέεται άμεσα με την κτηνοτροφία (για την παραγωγή βιολογικών ζωοτροφών).


Ευχαριστούμε για τη συνεργασία την κ. Βασιλική Ρούση, υπεύθυνη Πιστοποίησης του οργανισμού πιστοποίησης ΒΙOΕΛΛΑΣ, τον κ. Κώστα Παζαρακιώτη, διευθυντή Επικοινωνίας του οργανισμού πιστοποίησης ΔΗΩ, τον κ. Κώστα Ιγνατιάδη, διευθυντή του οργανισμού πιστοποίησης Φυσιολογική, τον κ. Πέτρο Παντόπουλο, διευθυντή Πιστοποίησης του οργανισμού πιστοποίησης Γεωτεχνικό Εργαστήριο Α.Ε., τον κ. Θωμά Μισαηλίδη, γεωπόνο και διευθυντή του οργανισμού πιστοποίησης Πράσινος Έλεγχος, την κ. Μαρία Χατζηδάκη, υπεύθυνη Διασφάλισης Ποιότητας και Επικοινωνίας του οργανισμού πιστοποίησης IRIS-Α. Χατζηδάκης και Σία Ε.Ε., τον κ. Παναγιώτη Παπαδόπουλο, γεωπόνο, διευθυντή Ανάπτυξης του οργανισμού πιστοποίησης Q WAYS Διαδρομές Ποιότητας, τον κ. Απόστολο Βρεττό, διευθυντή Μάρκετινγκ και Πωλήσεων του οργανισμού πιστοποίησης A CERT, τον κ. Πέτρο Πασχάλη, χημικό, διευθύνοντα σύμβουλο του διαπιστευμένου εργαστηρίου Agent, την κ. Αλεξάνδρα Βαλοπετροπούλου, βιοκαλλιεργήτρια, αντιπρόεδρο του Συλλόγου Βιοκαλλιεργητών Αττικής, και τον κ. Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, σύμβουλο-γεωπόνο.

Πηγή: Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Διεύθυνση Βιολογικής Γεωργίας.