Όταν ο γιος μου ήταν 5 χρονών, χρειάστηκε να πάρει αντιβίωση για μια εβδομάδα εξαιτίας μιας λοίμωξης. Τηρούσα πιστά τις οδηγίες χορήγησης του σιροπιού, όταν μετά από λίγες ημέρες από την έναρξη της αγωγής παρατήρησα ότι το κορμάκι του ήταν γεμάτο με εξανθήματα. Θορυβήθηκα και κάλεσα την παιδίατρο, η οποία ζήτησε να δει άμεσα το παιδί. Μόλις τον είδε, διέγνωσε φαρμακευτική αλλεργία -ήπιας μορφής- και μου εξήγησε ότι «έχασα» για πάντα το συγκεκριμένο αντιβιοτικό από τις διαθέσιμες επιλογές για τον μικρό. Επιπλέον, από τότε σημειώνω πάντα και παντού ότι το παιδί έχει αλλεργία στο συγκεκριμένο αντιβιοτικό και φυσικά δεν του το ξανάδωσα. Κάπως έτσι ανακάλυψα την ύπαρξη των φαρμακευτικών αλλεργιών, για τις οποίες καλό είναι να ενημερωθούμε, μια και κυκλοφορούν πολλοί μύθοι και παρανοήσεις σχετικά με τον τρόπο πρόκλησής τους και την αντιμετώπισή τους.

Who is who
Η φαρμακευτική αλλεργία είναι η αλλεργική αντίδραση του οργανισμού σε ένα φάρμακο ή στα συντηρητικά του. Η αντίδραση αυτή δεν μπορεί να προκληθεί την πρώτη φορά που λαμβάνεται ένα φάρμακο, επειδή απαιτείται ένα διάστημα ευαισθητοποίησης του οργανισμού (εκτός εάν το φάρμακο λαμβάνεται για πρώτη φορά επί μακρόν, π.χ. για 6-10 ημέρες, οπότε σε αυτό το χρονικό διάστημα έχει προλάβει να ευαισθητοποιηθεί ο οργανισμός). Η ευαισθητοποίηση συνίσταται στην παραγωγή αντισωμάτων κατά των αντιγόνων του φαρμάκου. Οι φαρμακευτικές αλλεργίες, δηλαδή, είναι αντιδράσεις κατά τις οποίες αντισώματα και ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα κατευθύνονται κατά της φαρμακευτικής ουσίας ή κάποιων εκ των μεταβολιτών της.

Οι ένοχες φαρμακευτικές ουσίες
Αν και κάθε φάρμακο είναι δυνατόν να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση, στις πλέον ύποπτες φαρμακευτικές ουσίες ανήκουν κατά κανόνα εκείνες που χορηγούνται με τη μεγαλύτερη συχνότητα. Σε αυτές ανήκουν κατά κύριο λόγο τα β-λακταμικά αντιβιοτικά (πενικιλίνες αμοξικιλίνες και αμπικιλίνες, κεφαλοσπορίνες). Με μικρότερη συχνότητα αλλεργικών αντιδράσεων ακολουθούν τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και η ασπιρίνη.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο 

Παρότι οι ειδικοί αναγνωρίζουν ορισμένους παράγοντες κινδύνου, σε πολλές περιπτώσεις τα αίτια των φαρμακευτικών αλλεργιών παραμένουν άγνωστα. Πάντως, στους επιβαρυντικούς παράγοντες ανήκει το ήδη υπάρχον ατομικό αλλεργικό ιστορικό (π.χ. ύπαρξη αλλεργίας σε τρόφιμο), αλλά και η ηλικία, με την έννοια ότι οι φαρμακευτικές αλλεργίες είναι συχνότερες στους ενηλίκους των οποίων ο οργανισμός έχει (τον χρόνο να) αναπτύξει ευαισθησία.

Χάπι, ένεση ή αλοιφή;

Ποιος από τους τρεις τρόπους χορήγησης των φαρμάκων θεωρείται περισσότερο επικίνδυνος για την πρόκληση αλλεργικής αντίδρασης; Οι ειδικοί απαντούν ότι είναι οι ενέσεις (ενδοφλέβιες και ενδομυϊκές), επειδή το φάρμακο καταλήγει γρήγορα στην κυκλοφορία του αίματος και μπορεί να επηρεάσει πολλά συστήματα του οργανισμού. Ακολουθούν τα χάπια και τα σιρόπια, ενώ τελευταία στη λίστα επικινδυνότητας είναι οι αλοιφές και τα κολλύρια (τοπικής χρήσης). Τα αλλεργικά συμπτώματα που μπορεί να προκαλέσουν οι φαρμακευτικές ουσίες εξαρτώνται από την ευαισθησία κάθε ατόμου, αλλά και από τον τρόπο χορήγησης του φαρμάκου, π.χ. ένα κολλύριο μπορεί να προκαλέσει ερυθρότητα και πρήξιμο στα μάτια, ενώ ένα χάπι πονόκοιλο και ναυτία. Οι ενδομυϊκές ενέσεις ενδέχεται να προκαλέσουν πρήξιμο και φαγούρα στο σημεία της ένεσης, αλλά στην περίπτωσή τους αυξάνονται και οι πιθανότητες σοβαρότερης και πιο γενικευμένης αντίδρασης (αναφυλαξίας). 

SOS... τα επικίνδυνα συμπτώματα
Δερματική αντίδραση: Τα συμπτώματα είναι ήπια και περιλαμβάνουν ερυθρότητα και εξανθήματα, κνησμό στις παλάμες, στα πέλματα, καθώς και στα σημεία του σώματος με τριχοφυΐα, όπως το κεφάλι και οι μασχάλες. Συνήθως παρουσιάζονται μέσα σε 3-4 ώρες από τη λήψη του φαρμάκου. 
Η αντιμετώπιση: Απαιτείται η διακοπή της λήψης του φαρμάκου και μετά από συνεννόηση με τον γιατρό χορηγείται κατ’ αρχάς αντιισταμινική αγωγή. 
Αναφυλαξία: Τα συμπτώματα είναι γενικευμένα και ανάλογης βαρύτητας. Μπορούν να εκδηλωθούν άμεσα από τα πρώτα λεπτά μέχρι την πρώτη ώρα από τη λήψη της φαρμακευτικής ουσίας. Εκδηλώνονται ως γενικευμένο οίδημα στο σώμα ή/και στο πρόσωπο, γενικευμένο εξάνθημα, οίδημα λάρυγγα, δύσπνοια, διάρροιες, πονόκοιλος, απώλεια κοπράνων ή ούρων, εφίδρωση, ζάλη, απώλεια επαφής με το περιβάλλον.
Η αντιμετώπιση: Η κατάσταση είναι σοβαρή και απαιτείται η μεταφορά στο πλησιέστερο νοσοκομείο ή ιατρείο για τη χορήγηση της ενδεδειγμένης αγωγής αναλόγως της βαρύτητας των συμπτωμάτων (π.χ. αντιισταμινικά, κορτιζόνη, βρογχοδιασταλτικά). Τα συμπτώματα της αναφυλαξίας μπορεί να εξελιχθούν σε αναφυλακτικό-αλλεργικό σοκ με πτώση της πίεσης και απώλεια συνειδήσεως, όπου απαιτείται η άμεση χορήγηση αδρεναλίνης και επείγουσα μεταφορά στο πλησιέστερο νοσοκομείο. 

Οι εξετάσεις που αποκαλύπτουν το πρόβλημα

Ο εντοπισμός της ένοχης φαρμακευτικής ουσίας δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση. Κατ’ αρχάς, απαιτείται η λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού με την καταγραφή όλων των φαρμάκων που έχουν ληφθεί από τον ασθενή καθώς και της αιτίας λήψης τους. Μόνο μετά τη λήψη του ιστορικού γίνονται ειδικές εξετάσεις αίματος. Ωστόσο, οι εξετάσεις αίματος (RAST) διενεργούνται μόνο για την αλλεργία στην πενικιλίνη και τα β-λακταμικά αντιβιοτικά. Εάν το αποτέλεσμά τους είναι αρνητικό, θα ακολουθήσουν δερματικές δοκιμασίες για τον εντοπισμό της ένοχης ουσίας.

Αποφεύγοντας τον ένοχο
Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης μιας φαρμακευτικής αλλεργίας είναι η αποφυγή της λήψης του ένοχου φαρμάκου, αλλά και όλων όσα ανήκουν στην ίδια οικογένεια με αυτό. Ο γιατρός σας θα σας ενημερώσει για το ποια φάρμακα δεν πρέπει να παίρνετε, ενώ πάνω στο βιβλιάριο ασθενείας σας πρέπει να αναγράφεται η αλλεργία σας στην εν λόγω φαρμακευτική ουσία. Ωστόσο, πρέπει και εσείς κάθε φορά που λαμβάνετε ένα φάρμακο να ενημερώνετε τον γιατρό και τον φαρμακοποιό για την αλλεργία σας. 

Το σύνηθες σενάριοΑξίζει να σημειωθεί ότι τα απειλητικά για τη ζωή περιστατικά αλλεργικής αντίδρασης (όπου μπορεί να προκληθεί αναφυλακτικό σοκ) είναι λίγα. Μια τυπική περίπτωση αλλεργικής αντίδρασης σε ένα φάρμακο ξεκινάει συνήθως λίγες ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου,  από το δέρμα με τη μορφή έντονης φαγούρας και αισθήματος καύσου στις παλάμες, τα πέλματα, τα γεννητικά όργανα, τις μασχάλες ή και σε όλο το σώμα.  Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να γίνουν πιο γενικευμένες με τη συμμετοχή και άλλων συστημάτων (αναπνευστικού, πεπτικού κ.ά.).


EΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΝ κ. ΓΙΩΤΑ ΔΗΜΑΚΑ, γιατρό αλλεργιολόγο, διευθύντρια του  Aλλεργιολογικού Iατρείου στο Γ.Ν.Α. «Σισμανόγλειο - Αμαλία Φλέμιγκ».