Ενδομητρίωση ορίζεται η παρουσία και εμφύτευση ενδομητρικού ιστού σε θέσεις εκτός από τη φυσιολογική, που είναι το εσωτερικό της μήτρας (ή ενδομήτριο). Με άλλα λόγια, η ενδομητρίωση παρουσιάζεται όταν το ενδομήτριο, δηλαδή ο ιστός που φυσιολογικά επενδύει το εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας, αποκολλάται κάθε μήνα μαζί με το αίμα της εμμήνου ρύσης και αναπτύσσεται έξω από αυτήν. Συνήθως προσκολλάται σε όργανα της πυελικής περιοχής, όπως στις σάλπιγγες, στις ωοθήκες ή πίσω από τη μήτρα, ενώ κάποιες φορές επεκτείνεται στο έντερο και στην ουροδόχο κύστη. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει και σε μέρη του σώματος που είναι μακριά από τα γεννητικά όργανα (πνεύμονες, εγκέφαλος, ακουστικός πόρος, βλεννογόνος της μύτης). 

Τα συμπτώματα 
Πυελικός πόνος: Πρόκειται για πόνο σε διάφορες θέσεις χαμηλά στη λεκάνη. Ο πόνος της ενδομητρίωσης συχνά περιγράφεται και ως αφόρητος.
Τα πιο συνήθη είδη είναι: πόνος κατά τη διάρκεια της περιόδου (δυσμηνόρροια), πόνος κατά τη διάρκεια της επαφής (δυσπαρευνία), μόνιμος πόνος στη λεκάνη (χρόνιος πυελικός) και συνδυασμός των παραπάνω. Τέλος, ο πόνος μπορεί να έχει και εντοπισμένα συμπτώματα αναλόγως με το όργανο που έχει προσβληθεί, όπως π.χ. πόνος κατά την ούρηση με ή χωρίς αίμα στα ούρα (ενδομητρίωση ουροδόχου κύστεως) ή πόνος κατά την κένωση με ή χωρίς αίμα στα κόπρανα (ενδομητρίωση παχέος εντέρου).
Υπογονιμότητα: Αυτό συμβαίνει συνήθως λόγω βλάβης στις σάλπιγγες ή και στις ωοθήκες, αλλά και λόγω άλλων πιο σύνθετων μηχανισμών. Τις περισσότερες φορές μετά τη θεραπεία η γονιμότητα αποκαθίσταται και η εγκυμοσύνη επιτυγχάνεται.
Διαταραχή του κύκλου (συνήθως λόγω ενδομητρίωσης των ωοθηκών).
Συνδυασμός όλων των παραπάνω.

Η διάγνωση

Δυστυχώς είναι μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από καθυστέρηση στη διάγνωσή της, με μέσο όρο περίπου έξι χρόνια από την έναρξη των συμπτωμάτων ως την κατάλληλη θεραπεία. Για παράδειγμα, όταν η ενδομητρίωση προσβάλλει νεαρές γυναίκες στην εφηβεία, τα συμπτώματα ενίοτε παραβλέπονται από τον παιδίατρο ή τον γυναικολόγο, αφού χαρακτηρίζονται «φυσιολογικά». Η διάγνωση της ενδομητρίωσης γίνεται εγκαίρως αν η ασθενής απευθυνθεί σε εξειδικευμένους γυναικολόγους με εμπειρία των ηπιότερων αλλά και σοβαρότερων μορφών ενδομητρίωσης. Συχνά, οι ηπιότερες μορφές της νόσου ανευρίσκονται τυχαία κατά τη διερεύνηση υπογονιμότητας σε διαγνωστική λαπαροσκόπηση ή σε υπερηχογράφημα τυχαίου ελέγχου. Ο γιατρός, αφού πάρει ένα λεπτομερές ιστορικό, προχωρεί σε γυναικολογική εξέταση, ώστε να αποκλείσει άλλες αιτίες με παρόμοια συμπτώματα (π.χ. απλές κύστεις). Το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα και η μαγνητική τομογραφία δίνουν αξιόπιστες πληροφορίες, ωστόσο η μόνη σίγουρη μέθοδος διάγνωσης είναι το χειρουργείο (λαπαροσκόπηση και ιστολογική εξέταση). Αντίθετα, ο δείκτης CA 125, που ελέγχεται με αιματολογική εξέταση, δεν είναι αξιόπιστος, αφού δεν αυξάνεται πάντα. Οταν γίνει η διάγνωση, ο γιατρός είναι σε θέση να γνωρίζει και την έκταση της νόσου. Υπάρχουν τα στάδια 1, 2, 3 και 4, που αντίστοιχα αναφέρονται σε ελάχιστη, ελαφριά, μέτρια και βαριά ενδομητρίωση. 

Οι θεραπείες 
Υπάρχουν ορμονικές και μη ορμονικές θεραπείες. Οι ορμονικές θεραπείες περιλαμβάνουν τη λήψη αντισυλληπτικών χαπιών και προγεσταγόνα (μία από τις δύο κύριες θηλυκές ορμόνες) σε πολλές μορφές. Αυτές οι δύο μορφές χρησιμοποιούνται σε μεγάλες χρονικές περιόδους, ενώ υπάρχουν και άλλες ορμονικές αγωγές μικρής περιόδου που έχουν σημαντικές παρενέργειες, γι’ αυτό χρησιμοποιούνται λιγότερο. Οι μη ορμονικές φαρμακευτικές αγωγές περιλαμβάνουν αναλγητικά όπως η παρακεταμόλη και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη. Τα φάρμακα αυτά σκοπό έχουν να μειώσουν τον πόνο της ενδομητρίωσης και όχι να θεραπεύσουν την πάθηση.
Στις σοβαρές περιπτώσεις η αντιμετώπιση είναι κυρίως χειρουργική και στην πλειονότητα των περιπτώσεων γίνεται με λαπαροσκοπική χειρουργική καθώς στις σοβαρότερες μορφές της η ενδομητρίωση μιμείται βαρύτατες χειρουργικές περιπτώσεις. Δεν είναι μάλιστα σπάνιο μια γυναίκα με ενδομητρίωση να έχει ήδη υποβληθεί σε μία, δύο ή και περισσότερες επεμβάσεις για ενδομητρίωση εξαιτίας ατελούς αρχικής θεραπείας και υποτροπής των αρχικών συμπτωμάτων, ακόμα και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ετσι είναι καλύτερο για τη γυναίκα η χειρουργική αντιμετώπιση να γίνεται από ειδικούς οι οποίοι αντιμετωπίζουν τακτικά τέτοια περιστατικά. Οι ειδικοί γυναικολόγοι έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αφαιρέσουν όλες τις εστίες ενδομητρίωσης, ακόμα και αυτές που είναι σε μη εμφανή σημεία, όπως αγγεία και νεύρα, ή και σε όργανα όπως το παχύ έντερο, η ουροδόχος κύστη αλλά και σπανιότερες θέσεις. Οταν κρίνεται σκόπιμο, γίνεται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και χειρουργείου. Σε κάθε περίπτωση, το είδος της θεραπείας εξαρτάται τόσο από το στάδιο της νόσου και την ένταση των συμπτωμάτων όσο και από άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία της γυναίκας και η επιθυμία της για εγκυμοσύνη.