Όταν για πρώτη φορά παρατήρησα μία “τρύπα” χωρίς μαλλιά στο κεφάλι μου, πραγματικά τρόμαξα. Σκέφτηκα: Τι μου συμβαίνει; Θα χάσω όλα μου τα μαλλιά; Πώς μπορεί ξαφνικά να λείπουν τόσες τρίχες από το κεφάλι μου;». Αυτά σκέφτηκε η Δήμητρα, για να μάθει στη συνέχεια -στο ιατρείο ενός δερματολόγου- ότι η «τρύπα» χωρίς μαλλιά στο κεφάλι της οφειλόταν σε μία αυτοάνοση ασθένεια που πυροδοτείται από το στρες και την οποία ο πολύς κόσμος ονομάζει «τριχοφάγο» και οι ειδικοί «γυροειδή αλωπεκία», όπως είναι το επιστημονικό της όνομα.


O τριχοφάγος είναι μια δερματοπάθεια που απασχολεί αρκετούς ανθρώπους. Όπως και σε όλα τα αυτοάνοσα νοσήματα, για άγνωστους λόγους, ο οργανισμός επιτίθεται κατά του... εαυτού του. Στη γυροειδή αλωπεκία, ο οργανισμός επιτίθεται κατά του εαυτού του καταστρέφοντας τις τρίχες, που δεν τις αναγνωρίζει και τις θεωρεί ξένο σώμα.



Oι ειδικοί δεν είναι βέβαιοι για το πώς και γιατί εμφανίζονται τα αυτοάνοσα νοσήματα. O τριχοφάγος εμφανίζεται συνήθως ξαφνικά, κυρίως σε παιδική ή νεαρή ηλικία, αλλά μπορεί και αργότερα. Γενικά επηρεάζεται από ψυχολογικούς παράγοντες. Συνήθως, οι εστίες (οι τρύπες που δεν έχουν τρίχες) εμφανίζονται σε περιόδους έντονου στρες, ψυχολογικής πίεσης ή σοκ (π.χ. ένας θάνατος, μια σοβαρή ασθένεια στην οικογένεια, ένας χωρισμός, οι μαθητικές εξετάσεις κλπ.). Σε σπάνιες περιπτώσεις, η γυροειδής αλωπεκία μπορεί να σχετίζεται και με ενδοκρινολογικές παθήσεις. Αυτό που θα πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι, όπως όλες οι αυτοάνοσες ασθένειες, ο τριχοφάγος δεν είναι κολλητικός, παρουσιάζει όμως μία μικρή κληρονομικότητα που δεν σημαίνει βέβαια πως αν κάποιος έχει την ασθένεια θα την εμφανίσουν και τα παιδιά του ή τα αδέρφια του.


Κατά κανόνα ο τριχοφάγος δημιουργεί πρώτα μια τρύπα χωρίς τρίχες, ένα μικρό κενό (στο μέγεθος ενός κέρματος) που μπορεί να εντοπίζεται στο τριχωτό του κεφαλιού, στα γένια, στα φρύδια, στις βλεφαρίδες ή σε κάποιο άλλο σημείο του σώματος όπου κανονικά υπάρχουν τρίχες. Συχνά ξεκινά από τα μαλλιά ή τα γένια στους άνδρες. Το πώς όμως θα αρχίσει και το πώς θα εξελιχθεί η ασθένεια διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπορεί δηλαδή κάποιος να εμφανίσει μια τέτοια εστία (τρύπα δηλαδή) για μία φορά στη ζωή του και να μην τον απασχολήσει ποτέ ξανά η ασθένεια. Μπορεί επίσης κάποιος να έχει περισσότερες εστίες που διαρκούν για πολύ καιρό και αργούν να ξαναεμφανίσουν τρίχες ή που επεκτείνονται όσο περνά ο χρόνος. Είναι επίσης πιθανό η ασθένεια να εμφανίζει εξάρσεις και υφέσεις, να παρουσιάζει δηλαδή κάποιος μια εστία, αυτή να εμφανίζει τρίχες αργότερα και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να ξαναπαρουσιάζει εστίες. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, το πρόβλημα μπορεί να επεκταθεί και να χαθούν όλα τα μαλλιά ή όλες οι τρίχες του σώματος.




Η θεραπεία καθώς και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από την έκταση και τη σοβαρότητα της ασθένειας κάθε φορά. Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο εκτεταμένο και έντονο είναι το πρόβλημα, τόσο πιο δύσκολα φέρνει αποτελέσματα η θεραπεία. Στην πλειονότητά τους, οι εστίες ξαναποκτούν τρίχες, επειδή ο θύλακος της τρίχας υπάρχει και έτσι η τρίχα μπορεί να ξαναβγεί. Γι’ αυτό, ακόμα και χωρίς φαρμακευτική αγωγή, είναι πιθανό το πρόβλημα να υποχωρήσει από μόνο του και να ξαναφυτρώσουν τρίχες μετά από ένα διάστημα κάποιων μηνών. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν αυτό θα συμβεί ή αν αντίθετα οι εστίες θα πολλαπλασιαστούν ή θα μεγαλώσουν, και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ειδικοί συστήνουν θεραπεία. Με την ειδική αγωγή, οι τρίχες έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να ξαναφυτρώσουν και η ασθένεια να ελεγχθεί, ώστε να μην επεκταθούν ή αυξηθούν οι εστίες. Προσοχή όμως: Ο μόνος κατάλληλος για να υποδείξει τη σωστή αγωγή είναι ο δερματολόγος. Άλλες «θεραπείες» μπορεί όχι μόνο να μην έχουν θετικό αποτέλεσμα, αλλά να κάνουν και κακό, καταστρέφοντας τελικά το θύλακο της τρίχας. Η θεραπεία που θα συστήσει ο ειδικός, που δεν είναι άλλος από το δερματολόγο, μπορεί να είναι είτε τοπική, με κορτιζονούχους αλοιφές ή ενέσεις, είτε να συνδυάζει την τοπική θεραπεία με αγωγή από το στόμα κ.ά. Συνήθως, οι τρίχες ξαναβγαίνουν 2 μήνες περίπου μετά την έναρξη της θεραπείας. Το μέλλον όμως είναι πάντα αβέβαιο, αφού κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πως δεν θα παρουσιαστούν ποτέ ξανά καινούργιες εστίες.


Υπάρχει μια θεραπεία που γίνεται σε ορισμένα ειδικά κέντρα (κατά κανόνα πανεπιστημιακά), κυρίως όταν η μορφή της ασθένειας είναι σοβαρή ή εκτεταμένη. Σε αυτή την περίπτωση, οι ειδικοί προκαλούν τεχνητή ευαισθητοποίηση, δηλαδή ευαισθητοποιείται ο οργανισμός σε μια συγκεκριμένη ουσία και έπειτα δίνονται μικρές δόσεις από την ουσία αυτή στα σημεία όπου δεν υπάρχουν τρίχες. Εκεί δημιουργείται αλλεργία και εκδηλώνεται έκζεμα και ως εκ τούτου το ανοσοποιητικό ασχολείται με την αντιμετώπιση της αλλεργίας και «ξεχνά» τις τρίχες που τις θεωρούσε πριν ξένο σώμα, με αποτέλεσμα αυτές να ξαναβγαίνουν.


Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τον δρ Γεώργιο Μ. Ζολώτα, δερματολόγο-αφροδισιολόγο.