«Οταν έδινα εξετάσεις για να μπω στο πανεπιστήμιο, ξυπνούσα μέσα στη νύχτα επειδή με πονούσαν τα δόντια μου», «Κάθε φορά που στενοχωριέμαι, με πιάνει πονοκέφαλος, δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, μου ανεβαίνει η πίεση, πονάει το στομάχι μου... », «Από τη στενοχώρια του το έπαθε το εγκεφαλικό», «Όταν έχω άγχος, επηρεάζεται πολύ και το έντερό μου», «Αφού τον απέλυσαν από τη δουλειά του, έπαθε έμφραγμα», «Σε κάθε περίοδο στρες, χειροτερεύει η ξηροδερμία μου». Οι φράσεις αυτές είναι σίγουρα οικείες, έως ένα σημείο, σε όλους μας. Οι περισσότεροι έχουμε βιώσει τα «συμπτώματα» του στρες, για παράδειγμα να ανεβαίνουν οι παλμοί μας και να σφίγγεται το στομάχι μας τη στιγμή που φρενάρουμε απότομα για να αποφύγουμε μια σύγκρουση καθώς οδηγούμε ή να μας πιάνει πονοκέφαλος και να ανεβαίνει η πίεσή μας όταν καβγαδίζουμε με τον έφηβο γιο μας. Πιθανώς, επισκεπτόμενοι το γιατρό μας για ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, να έχουμε ακούσει τις φράσεις: «Χρειάζεται να ηρεμήσετε λίγο» ή «Το στρες επιδεινώνει το πρόβλημά σας» ή «Τα συμπτώματά σας οφείλονται στο σωματοποιημένο άγχος»... Φταίει, όμως, για όλα το στρες; Οι απόψεις διίστανται και η συζήτηση που θα μπορούσε να ξεκινήσει σε αυτό το σημείο -βασιζόμενη και σε επιστημονικά δεδομένα- θα ήταν πολύ μεγάλη. Το πρόβλημα είναι ότι τόσο το στρες όσο και η «ζημιά» που κάνει κάθε φορά στον οργανισμό μετριούνται δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά, είναι βέβαιο και τεκμηριωμένο ότι το στρες μάς επηρεάζει τόσο στιγμιαία όσο και χρόνια και ότι σωματοποιείται με συγκεκριμένα συμπτώματα, επιτείνει, αλλά και προκαλεί ακόμη συγκεκριμένα νοσήματα, π.χ. καρδιαγγειακά και ψυχικά. Και επειδή όλοι αγχωνόμαστε, πρέπει να ξέρουμε πότε και πόσο το άγχος μάς κάνει κακό, να μπορούμε να το αναγνωρίζουμε και έτσι ευκολότερα να το παλέψουμε.




Υπό κανονικές συνθήκες, ο οργανισμός μας βρίσκεται σε ομοιόσταση, δηλαδή σε μια σταθερή ισορροπία. Όταν αυτή η ομοιόσταση ή ισορροπία απειλείται ή αλλάζει, για παράδειγμα εξαιτίας κάποιου κινδύνου, μιας στενοχώριας ή γενικότερα μιας κατάστασης στην οποία πρέπει ο οργανισμός να προσαρμοστεί γρήγορα, αυτό ονομάζεται «στρες». Σε μια τέτοια κατάσταση στρες, προκειμένου να βρεθούμε σε εγρήγορση:
Αλλάζει η συμπεριφορά μας, καθώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος.
Αυξάνονται ο σφυγμός, η αναπνοή και η αρτηριακή πίεση.
Διαστέλλονται οι κόρες των ματιών (στην προσπάθεια να ενταθούν όλες οι αισθήσεις, μαζί με αυτές και η όραση).
Εκκρίνονται περισσότερη αδρεναλίνη και κορτιζόλη, για να υποστηριχτεί η εγρήγορση του οργανισμού.
Παράλληλα, ενισχύεται (μόνο στιγμιαία) το ανοσοποιητικό σύστημα.




Σύμφωνα με τους ειδικούς, το στιγμιαίο ή οξύ στρες είναι παραγωγικό και πιθανώς «βοηθά» τον οργανισμό. Το να αγχωθεί, δηλαδή, κάποιος επειδή δίνει εξετάσεις την επόμενη ώρα είναι ωφέλιμο, γιατί βρίσκεται έτσι σε κατάσταση εγρήγορσης. Πρόκειται για αρχέγονη αντίδραση, η οποία έχει επικρατήσει μέσα στη διαδικασία της ανθρώπινης εξέλιξης. Έτσι, ακόμη και σήμερα, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση ξαφνικού και έντονου στρες, μπαίνει σε λειτουργία ένας πολύπλοκος μηχανισμός ενεργοποίησης όλων των οργάνων και των συστημάτων μας, όπως όταν ο πρωτόγονος που έβλεπε ξαφνικά απέναντί του κάποιο άγριο θηρίο καλείτο να επιλέξει αστραπιαία ανάμεσα στη φυγή (να τρέξει μακριά για να σωθεί) και την πάλη (να αγωνιστεί). Αυτή η εγρήγορση -εφόσον κρατά λίγο- μας βοηθά, πολλές φορές ακόμη και να επιβιώσουμε. Τα πράγματα, βέβαια, αλλάζουν όταν μιλάμε για ένα πολύ ισχυρό στρες, όπως θα ήταν αυτό που μπορεί να προκαλέσει ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός, π.χ. ένας βιασμός, κάτι που μπορεί να έχει μόνιμες αρνητικές επιδράσεις στον οργανισμό. Το χρόνιο στρες, δηλαδή το να έχουμε συχνά στρες που διαρκεί πολύ και να αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να το ελέγξουμε (μη ελεγχόμενο χρόνιο στρες), είναι απειλή για την υγεία και την ψυχική μας ισορροπία.





Ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει το πόσο θα επηρεάζονται η διάθεση, αλλά και η υγεία μας, από το στρες είναι οι… γονείς μας. Επειδή:
Υπάρχουν γονίδια που κληρονομούμε από τους προγόνους μας και, έως ένα βαθμό, καθορίζουν την αντίδρασή μας στο στρες.
Ο βαθμός ηρεμίας της ενδομήτριας ζωής που περάσαμε, δηλαδή της περιόδου που η μητέρα μας ήταν έγκυος, επηρεάζει το αν θα γίνουμε αγχώδεις ενήλικοι ή όχι.
Η «στρεσαρισμένη» ή, αντίθετα, ανέφελη παιδική μας ηλικία παίζει σημαντικό ρόλο στο πόσο θα αγχωνόμαστε όταν μεγαλώσουμε.
Ακολουθούμε το πρότυπο των γονιών μας και μαθαίνουμε από αυτούς ποιες καταστάσεις πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ως στρεσογόνες και με ποιον τρόπο να τις αντιμετωπίζουμε.




Οι ειδικοί εξηγούν ότι κάθε νόσημα υπόκειται στην αλληλεπίδραση οργανικών, ψυχολογικών, καθώς και κοινωνικοοικονομικών παραγόντων. Έχει επικρατήσει, ωστόσο, να θεωρούμε «ψυχοσωματικά» εκείνα τα νοσήματα στα οποία είναι καθοριστική η συμβολή του ψυχολογικού παράγοντα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στις ψυχοσωματικές νόσους παύουν να παίζουν σημαντικό ρόλο η κληρονομικότη­τα-γενετική προδιάθεση κάθε ατόμου, ο τρόπος ζωής και η ευπάθεια-ευαισθησία του καθενός. Οι ­αναλογίες, δηλαδή, είναι σχετικές. Για παράδειγμα, όταν κάποιος χάσει ένα αγαπη­μένο του πρόσωπο, είναι πιθανό να παρουσιάσει υπέρταση, ακόμη και καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε κάποιον άλλον, το ίδιο γεγονός μπορεί να προκαλέσει προβλήματα με το στομάχι ή το έντερο, ενώ ένας τρίτος είναι πιθανό να μην παρουσιάσει κανένα σοβαρό σωματικό σύμπτωμα.





Υπάρχει μια περίεργη συσχέτιση μεταξύ του στρες και του ανοσοποιητικού συστήματος. Φαίνεται ότι ένα οξύ στρες διεγείρει το ανοσοποιητικό, ενώ αντίθετα το χρόνιο μειώνει τη λειτουργία του. Έτσι, όταν βρισκόμαστε σε περιόδους στρες, ο οργανισμός μας είναι πιο ευάλωτος σε ασθένειες. Ένα πολύ συνηθισμένο παράδειγμα είναι οι ιώσεις (π.χ. το κοινό κρυολόγημα), που μας ταλαιπωρούν ακόμη περισσότερο όταν είμαστε κουρασμένοι και αγχωμένοι. Αλλά, ακόμη κι αν περάσει η περίοδος του χρόνιου στρες και ξαναβρούμε τους κανονικούς μας ρυθμούς, το ανοσοποιητικό μας σύστημα πιθανόν να έχει διαταραχθεί. Έτσι, αντιμετωπίζει τον ίδιο τον οργανισμό σαν κάτι ξένο και στρέφεται εναντίον ενός ή περισσότερων οργάνων του (αρθρώσεις, θυρεοειδής αδένας, δέρμα, καρδιά, νεφρά, εγκέφαλος), προκαλώντας τα λεγόμενα «αυτοάνοσα» νοσήματα (π.χ. λύκος, θυρεοειδίτιδα, ρευματοειδής αρθρίτιδα, λεύκη, γυροειδής αλωπεκία κ.ά.). Οι ειδικοί, μάλιστα, έχουν παρατηρήσει ότι άνθρωποι που εμφανίζουν αυτοάνοσα νοσήματα, πριν από την έναρξη της νόσου έχουν συχνά υποστεί έναν έντονο συγκινησιακό κλονισμό (π.χ. είχαν χάσει κάποιο δικό τους, είχαν χωρίσει ή απολυθεί) και, επιπλέον, είναι στην πλειονότητά τους άτομα που δεν μπορούν να διαχειριστούν σωστά το στρες. Φυσικά, η αιτιολογία και αυτών των νοσημάτων είναι πολυπαραγοντική. Δηλαδή, εκτός από το στρες, μεγάλο ρόλο παίζουν και η κληρονομικότητα, το περιβάλλον και οι ορμόνες.




Μεγαλύτερη ευαισθησία στο στρες έχουν:

εξαιτίας των ορμονικών διακυμάνσεων και της ιδιαίτερης βιοχημείας του εγκεφάλου τους.

Συνήθως, όσο περνάνε τα χρόνια, κυρίως μετά την ηλικία των 30 ετών, οι άνθρωποι ηρεμούν, αποκτούν περισσότερες εμπειρίες, ωριμάζουν και αυτό τους βοηθά να χειρίζονται καλύτερα τις καταστάσεις.







Το χρόνιο στρες βλάπτει την καρδιά και τα αγγεία, επειδή αυξάνει την πίεση, το σπασμό των στεφανιαίων αγγείων, την καρδιακή συχνότητα και προδιαθέτει για την εμφάνιση επικίνδυνων αρρυθμιών. Όσον αφορά την υπέρταση, στο 95% των περιπτώσεων τα αίτιά της παραμένουν άγνωστα. Oι ειδικοί θεωρούν ότι σχετίζεται και με το στρες.
Έχει αποδειχτεί ότι οι πονοκέφαλοι σχετίζονται με τη συναισθηματική μας κατάσταση (άγχος, μελαγχολία). Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υποφέρουμε από πονοκεφάλους επειδή βρισκόμαστε σε κακή ψυχολογική κατάσταση, αλλά ότι έχουμε τη γενετική προδιάθεση για να εμφανίσουμε πονοκεφάλους και το άγχος ή η στενοχώρια τούς πυροδοτούν.
Σε όλους έχει συμβεί σε «δύσκολες» περιόδους της ζωής μας να δυσκολευόμαστε να αποκοιμηθούμε, να ξυπνάμε στη διάρκεια της νύχτας ή πολύ νωρίς το πρωί. Αυτό συμβαίνει επειδή το στρες «καταλαμβάνει» το μυαλό μας και επηρεάζει τη δυνατότητά μας να κοιμηθούμε. Ειδικά η πολύ πρωινή αφύπνιση μπορεί να είναι σύμπτωμα έντονης θλίψης ή και κατάθλιψης, που έχει πιο έντονα συμπτώματα το πρωί, γι’ αυτό και συνοδεύεται από πρώιμη αφύπνιση και κακή διάθεση.
Μελέτες συσχετίζουν το άγχος με πόνους στην πλάτη και τον αυχένα, ακριβώς επειδή προκαλεί και αυξάνει το σπασμό των μυών της περιοχής. Άλλωστε, η σπονδυλική στήλη είναι σημείο διαφυγής της συναισθηματικής φόρτισης.
Το στρες μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος. Ειδικά η σπαστική κολίτιδα-σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, που εκδηλώνεται με κολικοειδή πόνο, φούσκωμα στην κοιλιά και απότομες αλλαγές των συνηθειών του εντέρου (διάρροια, δυσκοιλιότητα), απασχολεί αγχώδεις ανθρώπους και συχνότερα νέες γυναίκες. Η γαστρίτιδα, το έλκος και η δυσπεψία επηρεάζονται επίσης από το στρες.
καθώς και «κακή» ποιότητα του σπέρματος (παροδικά). Το άγχος της καθημερινότητας μπορεί να προκαλέσει, αλλά και να διαιωνίσει, τα προβλήματα στύσης («άγχος απόδοσης»).




Το στρες αποδεδειγμένα μπορεί να επιδεινώσει παθήσεις και δυσλειτουργίες του οργανισμού που έχουν αρχικά προκληθεί από άλλα αίτια.

καθώς έρευνες σχετίζουν σαφώς το χρόνιο στρες με την κατάθλιψη.

των οποίων τόσο η συχνότητα των εκδηλώσεών τους όσο και η βαρύτητα των συμπτωμάτων φαίνεται ότι επιτείνονται όταν είμαστε αγχωμένοι.

με αποτέλεσμα να επιδεινώνει ακόμη και την οστεοπόρωση.

επειδή, όταν έχουμε άγχος, τείνει να αυξάνεται το λίπος και να μειώνεται η μυϊκή μάζα.

που ανεβαίνουν, ενώ παράλληλα πέφτουν οι τιμές της καλής χοληστερίνης.

και, γενικά, την αναπνευστική μας λειτουργία (εξαιτίας του άγχους μπορεί να προκληθούν ακόμη και κρίσεις δύσπνοιας).

Γύρω στο 10% των καρκίνων, σύμφωνα με έρευνες, φαίνεται να επηρεάζεται από το στρες, ποσοστό πολύ μικρό σε σύγκριση με τη στεφανιαία νόσο, που επηρεάζεται πολύ περισσότερο από το στρες.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα άγχους στις γυναίκες είναι η υπερπρολακτιναιμία (η υπερπαραγωγή προλακτίνης), που αναστέλλει την ωοθυλακιορρηξία και οδηγεί σε μια μορφή υπογονιμότητας (που αντιστρέφεται όταν η γυναίκα ηρεμήσει και χαλαρώσει).

Το υπερβολικό στρες της μέλλουσας μητέρας, εκτός από την αγχώδη ή όχι ιδιοσυγκρασία του παιδιού, θεωρείται ότι μπορεί να επηρεάσει και την έκβαση της εγκυμοσύνης, χωρίς να είναι απολύτως τεκμηριωμένο. Πολλοί του αποδίδουν ευθύνες για τις αποβολές, αλλά και τους πρόωρους τοκετούς άγνωστης αιτιολογίας.




Το να απομακρύνουμε το στρες από τη ζωή μας δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά υπάρχουν διάφοροι τρόποι που μπορούν να μας βοηθήσουν, όπως:
Να υιοθετήσουμε μια υγιεινή ζωή, με ένα σταθερό πρόγραμμα κανονικού ύπνου και φαγητού, σωματική άσκηση και αρκετό χρόνο αφιερωμένο στην ξεκούραση και τη διασκέδαση (την επαφή με την οικογένεια, τους φίλους κλπ.).
Να μειώσουμε τις πηγές του στρες στην καθη-μερινότητά μας. Μπορούμε π.χ. να μην αναλαμβάνουμε ­περισσότερες υποχρεώσεις από όσες ­μπορούμε να φέρουμε σε πέρας.
› Να καταφεύγουμε σε μεθόδους χαλάρωσης (π.χ. γιόγκα, σωστές αναπνοές, μουσική, τάι τσι, μασάζ, εκδρομές κ.ά.).
Να εξωτερικεύουμε το άγχος μας, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι όσοι μιλούν για τα προβλήματά τους ­βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από όσους «κλείνονται» στον εαυτό τους χωρίς να μοιράζονται τις ανησυχίες τους με τους άλλους.




Οι άνθρωποι που τείνουν να σωματοποιούν το στρες, συχνά δεν διαθέτουν επαρκείς στρατηγικές για την αντιμετώπισή του, με αποτέλεσμα να συσσωρεύουν χρόνια σωματική ένταση, που οδηγεί στα συμπτώματα που έχουμε ήδη αναφέρει. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, μέσα στον οποίο το στρες εντείνει τα σωματικά συμπτώματα και αυτά, με τη σειρά τους, επιτείνουν το στρες. Ένα ψυχοσωματικό σύμπτωμα δεν είναι ένα «λιγότερο σοβαρό» σύμπτωμα, αποτελεί μια ένδειξη ότι κάποιος είναι ψυχικά ευάλωτος, επειδή έχει «παραφορτωθεί» από χρόνιους ή περιστασιακούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Για τους παραπάνω λόγους, η «δουλειά με τον εαυτό μας» ενδείκνυται για τα άτομα με ψυχοσωματικά συμπτώματα. Αυτή η «δουλειά» μπορεί να περιλαμβάνει αυτογνωσία (διερεύνηση των πηγών του στρες και των προσωπικών αποθεμάτων αντιμετώπισης κ.ά.), διαχείριση του στρες και των πηγών του (με εξειδικευμένες τεχνικές). Η διαχείριση των προβλημάτων μπορεί να γίνει στο πλαίσιο μιας ψυχοθεραπευτικής συνεργασίας, σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθούν φάρμακα, όταν π.χ. τα επίπεδα του άγχους είναι υπερβολικά υψηλά ή όταν υπάρχει υπόβαθρο σοβαρής κατάθλιψης.






Υπάρχουν κάποιες ψυχοσωματικές «ασθένειες» που δεν απειλούν ούτε κατά διάνοια τη ζωή μας, αλλά την ποιότητά της, αφού μας κάνουν να νιώθουμε αρκετά δυσάρεστα. Τέτοιες είναι:

Εκδηλώνεται σε ιδιαίτερα αγχώδεις, νέους, δραστήριους άνδρες, χωρίς καμία παθολογική αιτία, με ένα ενοχλητικό αίσθημα βάρους, δυσφορίας και πόνου στην περιοχή του περινέου, που πιθανώς αντανακλά και στους όρχεις ή/και στην ουρήθρα.

Εμφανίζεται ξαφνικά, ενώ όλες οι εξετάσεις είναι «καθαρές», και ταλαιπωρεί συνήθως νέους, δραστήριους και πολύ αγχώδεις ανθρώπους, χωρίς όμως να είναι απίθανο να απασχολήσει και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας.

Κάποιοι άνθρωποι περιγράφουν ότι υπάρχει μόνιμα ένας κόμπος στο λάρυγγά τους, αυτή η αίσθηση είναι συνεχής και δεν σχετίζεται με την κατάποση. Αυτό προκύπτει επειδή υπάρχει συσσωρευμένη ένταση, γίνεται μεγάλη σύσπαση στους μυς του λάρυγγα. Έτσι, εντείνεται η πίεση και το αίσθημα του κόμπου, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο. Συνήθως εμφανίζεται σε αγχώδεις γυναίκες μέσης ηλικίας, οι οποίες έχουν μάλιστα πρόσφατα περάσει μια περίοδο έντονου στρες.






Ευχαριστούμε για τη συνεργασία το δρ. Αναστάσιο Σπαντιδέα, παθολόγο-κλινικό φαρμακολόγο, τη δρ. Χριστίνα Δάλλα, λέκτορα Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και την κ. Κατερίνα Αγγελή, κλινική ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια γνωσιακής-συμπεριφοριστικής προσέγγισης.