Για χρόνια ακούγαμε ότι το multitasking είναι μύθος, ότι ο εγκέφαλος απλώς «πηδά» από το ένα καθήκον στο άλλο, χωρίς ποτέ να κάνει πραγματικά δύο πράγματα ταυτόχρονα. Όμως μια νέα μελέτη από το Georgetown University έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα. Και μάλιστα, υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλος μπορεί να μάθει να λειτουργεί σε «διπλή ταχύτητα», αρκεί να εκπαιδευτεί σωστά.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ερευνητές δεν μιλούν για ένα απλό τρικ συγκέντρωσης, αλλά για μια πραγματική αναδιάρθρωση των νευρωνικών κυκλωμάτων, μια διαδικασία που μετατρέπει μια απαιτητική δεξιότητα σε κάτι σχεδόν αυτόματο, ώστε μια δεύτερη εργασία να μπορεί να «τρέχει» παράλληλα.

Η διαδικασία θυμίζει κάτι πολύ οικείο, την οδήγηση. Στην αρχή απαιτεί όλη σας την προσοχή. Μετά από χρόνια, όμως, μπορείτε να μιλάτε, να σκέφτεστε ή να ακούτε μουσική χωρίς να χάνετε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Το ερώτημα είναι όμως, πώς τα καταφέρνει ο εγκέφαλος;

Πώς εκπαιδεύεται ο εγκέφαλος στο multitasking;

Για να κατανοήσουν τι συμβαίνει όταν μια δεξιότητα γίνεται αυτόματη, οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να ταξινομούν παραμορφωμένες εικόνες αυτοκινήτων σε δύο κατηγορίες, μια διαδικασία που απαιτούσε να εντοπίζουν εξαιρετικά μικρές διαφορές. Η εξάσκηση ήταν εντατική, καθώς περιλάμβανε περισσότερους από 30.000 γύρους μέσα σε πέντε έως δέκα εβδομάδες, μέσω μιας εφαρμογής στο κινητό.

Πριν και μετά την περίοδο εκπαίδευσης, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε fMRI (λειτουργική μαγνητική τομογραφία) και EEG (ηλεκτροεγκεφαλογράφημα), ώστε οι επιστήμονες να χαρτογραφήσουν πώς άλλαζε η εγκεφαλική τους δραστηριότητα.

Στα πρώτα στάδια, η ταξινόμηση ενεργοποιούσε τον προμετωπιαίο φλοιό, την περιοχή που σχετίζεται με τον έλεγχο, τη σκέψη και την εκτελεστική λειτουργία και μπορεί να διαχειριστεί μόνο μία εργασία τη φορά. Μετά από εβδομάδες εξάσκησης, όμως, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η ίδια εργασία «μεταφέρθηκε» στον κροταφικό φλοιό, μια περιοχή που αναγνωρίζει αντικείμενα και αποθηκεύει μνήμες.

Παρακάμπτοντας το «μποτιλιάρισμα» της προσοχής

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα ήταν ότι η πληροφορία που είχε πλέον εγκατασταθεί στον κροταφικό φλοιό παρέκαμπτε τον προμετωπιαίο και έφτανε απευθείας στα κέντρα εκτέλεσης. Αυτό σήμαινε ότι η εργασία εκτελούνταν πια σχεδόν αυτόματα, αφήνοντας τον προμετωπιαίο φλοιό «ελεύθερο» να ασχοληθεί με κάτι άλλο.

Έτσι, οι συμμετέχοντες μπορούσαν να χειριστούν μια δεύτερη εργασία παράλληλα και μάλιστα, όσο περισσότερο αυτοματοποιούνταν η πρώτη εργασία, τόσο καλύτερη ήταν η απόδοσή τους στη δεύτερη. Τα ευρήματα αυτά ανατρέπουν την επικρατούσα θεωρία, που υποστηρίζει ότι το multitasking δεν είναι παρά μια γρήγορη εναλλαγή προσοχής και ξεπερνούν κατά πολύ την παραγωγικότητα.

Ρίχνουν φως στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι συνήθειες αλλά και οι καταναγκαστικές συμπεριφορές. Όταν μια συμπεριφορά «περνά» σε πιο αυτόματα κυκλώματα, δεν μπορεί να ελεγχθεί εύκολα συνειδητά, εξηγούν οι ερευνητές. Γι’ αυτό και η απλή θέληση συχνά δεν αρκεί για να την αφήσουμε πίσω μας.

Παράλληλα, η μελέτη εξηγεί γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να μαθαίνει νέες δεξιότητες και να τις εξελίσσει, σε αντίθεση με την τεχνητή νοημοσύνη, που ακόμη δυσκολεύεται να αξιοποιήσει πραγματικά όσα έχει ήδη μάθει. Όταν μια δεξιότητα αυτοματοποιείται, ο προμετωπιαίος φλοιός «απελευθερώνεται» και μπορεί να στραφεί στην επόμενη πρόκληση.

Τι μένει να μάθουμε

Το επόμενο βήμα για τους ερευνητές είναι να κατανοήσουν πώς ακριβώς «μετακινείται» μια δεξιότητα από μια περιοχή του εγκεφάλου σε μία άλλη και ποια είδη εργασιών μπορούν να εκτελούνται πραγματικά παράλληλα.

Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, «μπορούμε να περπατάμε και να μασάμε τσίχλα, αλλά δεν μπορούμε να γράφουμε μήνυμα ενώ οδηγούμε, όχι επειδή ο εγκέφαλος δεν μπορεί να κάνει multitasking, αλλά επειδή αφαιρούμε την προσοχή μας από το οπτικό πεδίο».

Το multitasking, λοιπόν, έχει όρια αλλά ίσως είναι πιο πραγματικό απ’όσο πιστεύαμε.