Κλιματική δράση δεν σημαίνει μόνο μείωση εκπομπών αλλά και άμεσο όφελος για την ανθρώπινη ζωή. Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι φιλόδοξες πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της παγκόσμιας ποιότητας του αέρα θα μπορούσαν να σώσουν έως και 1,32 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο μέχρι το 2040, αναδεικνύοντας πόσο στενά συνδέονται η περιβαλλοντική πολιτική και η δημόσια υγεία.

Η έρευνα, με επικεφαλής το Cardiff University, δείχνει πως πολλές αναπτυσσόμενες χώρες εξαρτώνται από τη διεθνή συνεργασία για να δουν πραγματικές βελτιώσεις στην ποιότητα του αέρα, καθώς μεγάλο μέρος της ρύπανσης προέρχεται από περιοχές εκτός των συνόρων τους. Πρόκειται για την πρώτη μελέτη που χαρτογραφεί αυτές τις διασυνοριακές «ανταλλαγές» ρύπανσης για αρκετές χώρες — 168 συνολικά.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Nature Communications, επισημαίνουν ότι οι φτωχότερες χώρες θα επωμίζονταν δυσανάλογα το βάρος, έχοντας περιορισμένο έλεγχο στην ποιότητα του αέρα τους, με τους ερευνητές να υπογραμμίζουν ότι οι εθνικές πολιτικές μπορούν να μειώσουν, να διατηρήσουν ή ακόμη και να εντείνουν τις διεθνείς ανισότητες στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Απαραίτητη η συντονισμένη κλιματική δράση

Η έρευνα επικεντρώνεται στον αντίκτυπο των λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5, η έκθεση στα οποία αποτελεί τον σημαντικότερο περιβαλλοντικό παράγοντα κινδύνου για πρόωρους θανάτους παγκοσμίως. Η ομάδα, στην οποία συμμετέχουν και επιστήμονες από το University of Colorado Boulder, αξιοποίησε προηγμένα ατμοσφαιρικά μοντέλα σε συνδυασμό με δορυφορικά δεδομένα της NASA, προκειμένου να προσομοιώσει διαφορετικά σενάρια μελλοντικών εκπομπών για το έτος 2040.

Σε συνδυασμό με εκτιμήσεις για το υγειονομικό βάρος της ρύπανσης, τα δεδομένα αυτά επέτρεψαν στους ερευνητές να κατανοήσουν ποιοι ωφελούνται —και σε ποιο βαθμό εξαρτώνται από άλλες χώρες— όταν εφαρμόζονται πολιτικές μετριασμού της κλιματικής αλλαγής.

Η ομάδα των ερευνητών διαπίστωσε επίσης ότι, ακόμη κι αν η συνολική παγκόσμια ρύπανση μειωθεί, η ισορροπία της ρύπανσης που μεταφέρεται από χώρα σε χώρα μπορεί να αλλάξει σημαντικά. Αυτό το εύρημα είναι κρίσιμο για κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν την κλιματική κρίση μέσα σε ένα περίπλοκο πλέγμα εγχώριων και διεθνών προτεραιοτήτων.

Όπως επεσήμαναν οι ερευνητές, ορισμένες πολιτικές ενδέχεται, άθελά τους, να επιδεινώσουν τις ανισότητες στην ατμοσφαιρική ρύπανση, ιδιαίτερα για τις αναπτυσσόμενες χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις γειτονικές για καθαρό αέρα. Όπως εξηγούν, δεν αρκεί μια χώρα να εστιάζει μόνο στα δικά της οφέλη. Οι πιο αποτελεσματικές στρατηγικές απαιτούν ρητή αναγνώριση των μεταβαλλόμενων διασυνοριακών ανισοτήτων.

«Μια ολιστική κλιματική πολιτική πρέπει να αξιολογεί πόσο εξαρτάται ένα κράτος από τις μειώσεις εκπομπών των άλλων, πώς τα σενάρια μετριασμού αναδιαμορφώνουν τις ροές ρύπανσης μεταξύ συνόρων και αν οι παγκόσμιες προσπάθειες προάγουν ή υπονομεύουν την ισότητα», αναφέρουν χαρακτηριστικά. Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να επεκτείνει την ανάλυσή της, εξετάζοντας πώς η ίδια η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τα καιρικά μοτίβα που μεταφέρουν τη ρύπανση, καθώς και άλλους τύπους ρύπων.