Οι διαπροσωπικές εντάσεις στην δουλειά δεν είναι μόνο ένα απλό, καθημερινό πρόβλημα.
Αντίθετα, μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα δαπανηρές για τις επιχειρήσεις, καθώς επηρεάζουν την παραγωγικότητα, τη συνεργασία και την ψυχική ευημερία των εργαζομένων.
Ακόμη και η αίσθηση ότι μια σύγκρουση επίκειται αρκεί για να αποσπάσει την προσοχή των ανθρώπων, να διαταράξει τις σχέσεις και να στρέψει πολύτιμη ψυχική ενέργεια από την εργασία προς την αυτοπροστασία.
Τέτοια μοτίβα συμπεριφοράς δεν είναι ίδιον των ανθρώπων αλλά έχουν παρατηρηθεί και στην άγρια φύση.
Οι οικολόγοι, μελετώντας τη σχέση ανάμεσα σε θηράματα και αρπακτικά, έχουν κατανοήσει καλύτερα πώς ο φόβος και η απειλή διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μέσα σε ένα οικοσύστημα.
Τα συμπεράσματα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν και στις ανθρώπινες ομάδες, ειδικά όταν επικρατεί ένταση ή επιθετικότητα.
Ο φόβος εξαντλεί περισσότερο από τη σύγκρουση
Στον φυσικό κόσμο, τα αρπακτικά δεν περιορίζουν τους πληθυσμούς των θηραμάτων μόνο επειδή τα κυνηγούν και τα τρώνε.
Τα επηρεάζουν και με έναν δεύτερο, λιγότερο ορατό τρόπο: μέσω του φόβου που προκαλούν.
Τα θηράματα ζουν σε διαρκή επαγρύπνηση. Παρακολουθούν συνεχώς το περιβάλλον τους, αναζητούν ενδείξεις κινδύνου και προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους για να επιβιώσουν.
Αυτή η κατάσταση χρόνιου άγχους καταναλώνει ενέργεια που διαφορετικά θα χρησιμοποιούνταν για την αναζήτηση τροφής, την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή.
Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο η επίθεση που κοστίζει, αλλά κυρίως η συνεχής προσδοκία της.
Το ίδιο συμβαίνει και στις εργασιακές ομάδες, γράφει ο Ζαν Πουατράς, Καθηγητής στη διαχείριση συγκρούσεων, σε άρθρο του στο The Conversation.
Όταν ένα άτομο επιδεικνύει επαναλαμβανόμενα αγενή, παθητικά επιθετική, απαξιωτική συμπεριφορά, οι υπόλοιποι εργαζόμενοι λειτουργούν μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας.
Αναρωτιούνται πότε θα προκύψει η επόμενη ένταση, πώς πρέπει να αντιδράσουν και πώς θα προστατευθούν.
Αυτή η εσωτερική επαγρύπνηση εξαντλεί περισσότερο από την ίδια τη σύγκρουση.
Οι τρεις στρατηγικές άμυνας στις ομάδες
Όπως τα θηράματα στη φύση, έτσι και οι άνθρωποι αναπτύσσουν μηχανισμούς προσαρμογής όταν αισθάνονται απειλή στο εργασιακό περιβάλλον.
1. Αποφυγή συγκεκριμένων ατόμων ή καταστάσεων
Στη φύση, όταν ένα αρπακτικό δρα σε συγκεκριμένες ώρες ή περιοχές, τα θηράματα προσαρμόζουν τις κινήσεις τους.
Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι αποφεύγουν συγκεκριμένες συναντήσεις, περιορίζουν την επικοινωνία με ορισμένους συναδέλφους ή προσπαθούν να μειώσουν την έκθεσή τους σε προβληματικές καταστάσεις.
Αν και αυτή η στρατηγική μειώνει το άμεσο στρες, μακροπρόθεσμα αποδυναμώνει τη συνεργασία και τη ροή της εργασίας.
2. Απόσυρση και απομόνωση
Τα θηράματα συχνά μετακινούνται σε περιοχές χαμηλότερου κινδύνου για να μειώσουν την ανάγκη επαγρύπνησης.
Στις επιχειρήσεις, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε κοινωνική απόσυρση, επιλογή μοναχικών εργασιών ή προτίμηση της εξ αποστάσεως εργασίας.
Σε πολλές περιπτώσεις, η τηλεργασία δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ευελιξίας, αλλά και τρόπο διαχείρισης ενός τοξικού περιβάλλοντος.
3. Δημιουργία συμμαχιών
Στη φύση, τα ζώα συγκεντρώνονται σε κοπάδια ώστε να μοιράζονται το βάρος της επιτήρησης και της άμυνας. Στον χώρο εργασίας, αυτό εμφανίζεται με τη μορφή άτυπων ομάδων, συμμαχιών και δικτύων υποστήριξης μεταξύ συναδέλφων.
Οι άνθρωποι αναζητούν συμμάχους για να μειώσουν το άγχος και να αισθανθούν ασφάλεια. Ωστόσο, όταν αυτές οι υποομάδες γίνονται μόνιμες, μπορεί να οδηγήσουν σε διαχωρισμούς μέσα στην εταιρεία.
Γιατί η αγένεια είναι οργανωτικό πρόβλημα
Η αγένεια δεν είναι απλώς θέμα χαρακτήρα ή προσωπικότητας. Είναι οργανωτικό πρόβλημα, γιατί μεταφέρει ενέργεια από την εργασία προς τη διαχείριση του κοινωνικού κινδύνου.
Όταν οι εργαζόμενοι ξοδεύουν χρόνο και ψυχική δύναμη για να προβλέπουν αντιδράσεις, να αποφεύγουν συγκρούσεις ή να ερμηνεύουν συμπεριφορές, μειώνεται η συγκέντρωση, η δημιουργικότητα και η απόδοση.
Γι’ αυτό η αντιμετώπιση της αγένειας ή της επιθετικότητας δεν πρέπει να γίνεται μόνο όταν ξεσπά μια κρίση. Χρειάζεται προληπτική διαχείριση σε επίπεδο ομάδας.
Η σημασία της ψυχολογικής ασφάλειας
Οι διευθυντές μπορούν να ελέγξουν ορισμένες συμπεριφορές, αλλά δεν μπορούν να επιβάλουν την ευγένεια με διαταγές. Η πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι η δημιουργία κουλτούρας ψυχολογικής ασφάλειας.
Αυτό σημαίνει ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν, να εκφράσουν διαφωνίες και να αναφέρουν προβλήματα χωρίς φόβο γελοιοποίησης ή αντιποίνων.
Η ψυχολογική ασφάλεια δεν εξαλείφει τις συγκρούσεις. Δημιουργεί όμως τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να επιλύονται εποικοδομητικά πριν κλιμακωθούν.
Ο ρόλος της δομής και των κανόνων
Πολλές φορές η ένταση αυξάνεται επειδή οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι επιτρέπεται, ποιος αποφασίζει ή πώς διεξάγεται μια συζήτηση.
Η σαφής δομή στις συναντήσεις, οι ξεκάθαροι κανόνες επικοινωνίας και τα διαφανή κριτήρια λήψης αποφάσεων μειώνουν σημαντικά την αβεβαιότητα. Και όταν μειώνεται η αβεβαιότητα, μειώνεται και η ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση.
Με απλά λόγια, οι σωστές διαδικασίες προστατεύουν τις ανθρώπινες σχέσεις.
Πρέπει να εντοπιστούν οι πραγματικές αιτίες
Η αγένεια δεν εμφανίζεται πάντα επειδή κάποιοι άνθρωποι είναι «δύσκολοι». Συχνά συνδέεται με βαθύτερους οργανωτικούς παράγοντες, όπως:
- υπερβολικός φόρτος εργασίας
- έλλειψη υποστήριξης από τη διοίκηση
- ασαφείς ρόλοι
- εργασιακή ανασφάλεια
- συνεχείς αλλαγές χωρίς ενημέρωση
- πίεση χρόνου και εξάντληση
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καλή θέληση δεν αρκεί. Χρειάζονται δομικές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας.
Η δύναμη της συλλογικής παρέμβασης
Σε πολλές ομάδες, οι άνθρωποι βλέπουν προβληματικές συμπεριφορές αλλά διστάζουν να αντιδράσουν μόνοι τους. Ο φόβος της σύγκρουσης, των αντιποίνων ή της κοινωνικής απομόνωσης είναι μεγάλος.
Όταν όμως κάποιος μιλήσει και η ομάδα τον στηρίξει, η δυναμική αλλάζει αμέσως.
Μια απλή φράση όπως:«Συμφωνώ με αυτό που ειπώθηκε», «Έχει δίκιο», «Ευχαριστούμε που το έθεσες» =μπορεί να μετατρέψει μια ατομική αντίδραση σε συλλογική ρύθμιση των κανόνων.
Έτσι, το κόστος της παρέμβασης δεν βαραίνει μόνο έναν άνθρωπο.
Κώδικας συμπεριφοράς και συνέχεια
Πολλές επιχειρήσεις ωφελούνται όταν επισημοποιούν τις δεσμεύσεις τους μέσω ενός κώδικα δεοντολογίας ή ενός χάρτη συνεργασίας. Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι να υπάρχουν τακτικές συναντήσεις παρακολούθησης ώστε να διαπιστώνεται αν οι συμφωνίες τηρούνται στην πράξη.
Η κουλτούρα δεν αλλάζει με ένα email ή μια παρουσίαση.
Χτίζεται μέσα από επανάληψη, συνέπεια και καθημερινή στάση.
Η σημασία της κοινότητας
Μια ομάδα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην καλή πρόθεση των μελών της για να περιορίσει την αγένεια και την τοξικότητα.
Χρειάζεται μηχανισμούς που μοιράζουν το βάρος της τήρησης των κανόνων, ενισχύουν την ψυχολογική ασφάλεια και μειώνουν την αβεβαιότητα.
Όπως και στη φύση, η σταθερότητα ενός συστήματος δεν εξαρτάται από την πλήρη εξάλειψη του κινδύνου, αλλά από την ικανότητα όλων να τον διαχειρίζονται συλλογικά.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα για κάθε σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον.
