Ένας στους πέντε εργαζόμενους στη Φινλανδία δουλεύει από το σπίτι. Στην Ελλάδα, μόλις ένας στους 43. Η τηλεργασία χωρίζει την Ευρώπη σε δύο κόσμους δημιουργώντας ένα περιφερειακό χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, αλλά ακόμα και στις χώρες που την έχουν αγκαλιάσει, τα πράγματα δεν είναι ρόδινα.

Οι πιθανότητες ενός εργαζομένου στην Ευρωπαϊκή Ένωση να εργάζεται από το σπίτι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τόπο διαμονής του. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, καθώς σε ορισμένα κράτη-μέλη ένας εργαζόμενος έχει υπερπολλαπλάσιες πιθανότητες να δουλεύει εξ αποστάσεως σε σύγκριση με ό,τι ισχύει σε άλλες χώρες.

Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι στη Φινλανδία έχουν περίπου 16 φορές περισσότερες πιθανότητες για τηλεργασία σε σύγκριση με εκείνους στη Ρουμανία, γεγονός που υπογραμμίζει το έντονο χάσμα μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2025 το 20,5% των εργαζομένων στη Φινλανδία εργάζονταν συνήθως από το σπίτι, σε σύγκριση με μόλις 1,3% στη Ρουμανία.

Η Eurostat ορίζει τη «συνήθη τηλεργασία» ως την εκτέλεση παραγωγικής εργασίας από το σπίτι για τουλάχιστον το ήμισυ των εργάσιμων ημερών κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς τεσσάρων εβδομάδων. «Η τηλεργασία έχει καταστεί μόνιμο χαρακτηριστικό των αγορών εργασίας, αλλά η κλίμακά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος των θέσεων εργασίας που διαθέτει μια χώρα και τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις διαχειρίζονται τους εργαζομένους», εξηγεί στο Euronews ο Cevat Giray Aksoy, αναπληρωτής διευθυντής έρευνας στην EBRD.

Τηλεργασία: Περιφερειακές ανισορροπίες

Η Φινλανδία και η Ιρλανδία – που ακολουθεί στην κατάταξη με 19,2% – βρίσκονται σε μια κατηγορία από μόνες τους όσον αφορά την εξ αποστάσεως εργασία. Το 2025, στις δύο αυτές χώρες περίπου ένας στους πέντε δούλευε συνήθως από το σπίτι (20,5% και 19,2%, αντιστοίχως), ποσοστό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ, που ήταν 8,8%.

Από τις υπόλοιπες χώρες, καμία άλλη δεν καταγράφει ποσοστό τηλεργασίας άνω του 14%. Ειδικότερα, το Βέλγιο καταλαμβάνει την τρίτη θέση με 13,2%, ακολουθούμενο από τη Γερμανία (13%) και τη Μάλτα (12,5%). Αρκετές χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης – μεταξύ των οποίων η Σουηδία, η Εσθονία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Γαλλία και η Αυστρία – παρουσιάζουν ποσοστά άνω του 10%, πράγμα που σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους δέκα εργαζόμενους κάνουν τηλεργασία.

Η τηλεργασία παραμένει κάτω του 5% σε αρκετές χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων της Σερβίας, της Τουρκίας, της Ουγγαρίας, της Κύπρου, της Κροατίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Πολύ χαμηλή τηλεργασία καταγράφεται στην Ελλάδα, η οποία βρίσκεται στο άλλο άκρο της κλίμακας με 2,3%, μία θέση κάτω από την Ιταλία που έχει 2,7%. Κάτω του 2% βρίσκονται η Ρουμανία (1,3%), η Βουλγαρία (1,4%) και η Βόρεια Μακεδονία (1,9%).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ, με τα ποσοστά τηλεργασίας να παρουσιάζουν μεγάλη ανισορροπία. Από τη μία η Γερμανία κατατάσσεται τέταρτη στη λίστα με ποσοστό 13%, ενώ η Ιταλία βρίσκεται στο άλλο άκρο με 2,7%. Έπειτα, η Γαλλία (11%) βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Ισπανία (7,9%) βρίσκεται ελαφρώς κάτω από αυτόν.

Τα στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ένα σαφές περιφερειακό χάσμα, με την τηλεργασία να είναι γενικά πιο διαδεδομένη στη βόρεια και βορειοδυτική Ευρώπη και πολύ λιγότερο διαδεδομένη στην ανατολική και νοτιοανατολική. Να σημειωθεί ότι αν και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν περιλαμβάνεται στα στοιχεία της Eurostat, ξεχωριστή έρευνα υποδηλώνει ότι παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό τηλεργασίας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι τρεις παράγοντες της ανισορροπίας

Ο Aksoy αποδίδει αυτό το χάσμα μεταξύ των χωρών κυρίως σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στη δομή της εργασίας. Υψηλότερα ποσοστά εργασίας από το σπίτι έχουν οι χώρες με μεγαλύτερη απασχόληση στους τομείς της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ), των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, των επαγγελματικών υπηρεσιών, της δημόσιας διοίκησης, της έρευνας και άλλων γραφειακών επαγγελμάτων.

Από την άλλη, οι χώρες με μεγαλύτερο μερίδιο απασχόλησης στη μεταποίηση, στη γεωργία, στις κατασκευές, στον τουρισμό, στα logistics, στο λιανικό εμπόριο και σε ορισμένες υπηρεσίες εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά τηλεργασίας, επειδή απλά αυτές οι δουλειές δεν είναι δυνατόν να γίνουν εξ αποστάσεως.

Αυτό εξηγεί ως έναν βαθμό, σύμφωνα με το στέλεχος της EBRD, γιατί οι οικονομίες με μεγαλύτερη έμφαση στις υπηρεσίες και τη γνώση τείνουν να βρίσκονται στην κορυφή, ενώ οι χώρες με τομείς που απαιτούν φυσική παρουσία τείνουν να βρίσκονται στο κάτω μέρος της κατάταξης.

Ωστόσο, πέραν της εργασιακής δομής, σημαντικό ρόλο παίζει και η κουλτούρα του χώρου εργασίας. «Οι χώρες όπου η εργασία οργανώνεται με βάση την αυτονομία και την εμπιστοσύνη τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά υιοθέτησης της εξ αποστάσεως εργασίας, ενώ οι χώρες με ισχυρότερες νόρμες προσωπικής εποπτείας και συντονισμού πρόσωπο με πρόσωπο τείνουν να έχουν χαμηλότερα ποσοστά», συμπληρώνει ο Aksoy.

Γιατί τηλεργασία;

Η ζήτηση από τους εργαζόμενους έχει επίσης σημασία για τη διάδοση ή μη του μοντέλου της τηλεργασίας, σύμφωνα με τους ειδικούς. Όπως αναφέρει ο Aksoy, η εργασία από το σπίτι σημαίνει εξοικονόμηση χρόνου μετακίνησης και μεγαλύτερη ευελιξία, ειδικά για γονείς και ανθρώπους που μένουν μακριά από τη δουλειά τους.

Η έρευνά τους υπολόγισε ότι το μοντέλο αυτό εξοικονομεί κατά μέσο όρο περίπου 72 λεπτά την ημέρα σε όλες τις χώρες, και οι εργαζόμενοι αφιερώνουν ένα σημαντικό μέρος αυτού του εξοικονομημένου χρόνου στην εργασία και στη φροντίδα των οικείων τους.

«Οι διακρατικές διαφορές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια απλή κατάταξη μεταξύ ‘σύγχρονων’ και ‘παραδοσιακών’ αγορών εργασίας, αλλά ως αποτέλεσμα διαφορών στην επαγγελματική δομή, την ψηφιακή ετοιμότητα, την κουλτούρα διαχείρισης, το κόστος μετακίνησης και την εμπειρία από την πανδημία» εξηγεί ο Aksoy.

Από την πλευρά του ο Jorge Cabrita, διευθυντικό στέλεχος του Eurofound, υπογραμμίζει τον ρόλο της ψηφιακής υποδομής, που σημαίνει ότι το ταχύτερο και πιο προσβάσιμο διαδίκτυο συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά τηλεργασίας, ενώ η κακή συνδεσιμότητα λειτουργεί αποτρεπτικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η νομοθεσία μπορεί επίσης να διαδραματίσει ρόλο: «Αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων της Γαλλίας, της Ιρλανδίας και της Ολλανδίας) παρέχουν στους εργαζομένους το δικαίωμα να ζητήσουν τηλεργασία, κάτι που από μόνο του μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης».

Το τίμημα για τους νέους

Η τηλεργασία, όμως, έχει και μια άλλη, λιγότερο ορατή πλευρά και αφορά στους νέους που μπαίνουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας. Η άνοδος που κατέγραψε από την εποχή της πανδημίας και μετά έχει κάνει τις επιχειρήσεις πιο απρόθυμες να προσλάβουν νέους, άπειρους εργαζόμενους. Αυτό διαπιστώνει μελέτη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης, που επισημαίνει ότι αυτός είναι ο βασικός παράγοντας για τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στους πρόσφατους αποφοίτους κολεγίων.

Η μελέτη συνέκρινε επαγγέλματα που μπορούν να γίνουν εξ αποστάσεως – όπως η ανάπτυξη λογισμικού – με εκείνα που γίνονται με φυσική παρουσία. Τα ευρήματα έδειξαν ότι το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των νέων αποφοίτων κολεγίων σε «εξ αποστάσεως» θέσεις εργασίας αυξήθηκε κατά περίπου 1% την περίοδο 2022-2024 σε σύγκριση με την περίοδο 2017-2019. Ωστόσο, σε θέσεις εργασίας, όπως π.χ. η νοσηλευτική, όπου η παρουσία είναι εκ των ων ουκ άνευ, είναι πολύ μικρό το χάσμα στα ποσοστά ανεργίας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι επιχειρήσεις διστάζουν να προσλάβουν νέους πτυχιούχους πανεπιστημίου να δουλεύουν με τηλεργασία, επειδή είναι πιο δύσκολο να τους καθοδηγήσουν εκ του μακρόθεν. Υπολογίζεται ότι η εξ αποστάσεως εργασία ευθύνεται για σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης του ποσοστού ανεργίας για τους νέους πτυχιούχους πανεπιστημίου από την πανδημία.

«Η εξ αποστάσεως εργασία έχει αποδυναμώσει τα κίνητρα για την πρόσληψη νέων εργαζομένων, εμποδίζοντας την εκπαίδευση στην εργασία. Οι εργοδότες μπορεί να μην θέλουν να προσλάβουν νέους πτυχιούχους σε κατανεμημένες ομάδες, επειδή είναι πιο δύσκολο να τους διδάξουν τις απαιτούμενες δεξιότητες από μακριά» αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση.

Στο πλαίσιο της μελέτης της Fed, εξετάστηκαν λεπτομερή δεδομένα από μια ανώνυμη εταιρεία τεχνολογίας του δείκτη Fortune 500 και διαπιστώθηκε ότι τα πρότυπα προσλήψεων αντικατόπτριζαν αυτά που είχαν δει στα ευρύτερα δεδομένα. Όταν τα γραφεία της εταιρείας έκλεισαν και το προσωπικό απασχολούνταν με τηλεργασία, «η εταιρεία προσέλαβε λιγότερους άπειρους εργαζόμενους και πιο έμπειρους εργαζόμενους». Ο λόγος ήταν ότι οι έμπειροι εργαζόμενοι «χρειάζονται λιγότερη καθοδήγηση για να κάνουν καλά τη δουλειά τους».

Μόλις άνοιξαν ξανά τα γραφεία της, η εταιρεία επέστρεψε στην πρόσληψη νεώτερων εργαζομένων, αλλά ακόμα και μετά το άνοιγμα, η εταιρεία προτίμησε πιο έμπειρους εργαζόμενους για ομάδες που περιλάμβαναν τηλεργασία, επισημαίνεται στην έκθεση της Fed.

Πηγή: in.gr