. Η κακιά μάγισσα του παραμυθιού, η μητριά της Χιονάτης, είχε συνάψει προσωπική, τρυφερή σχέση με τον καθρέφτη της, τουλάχιστον όσο αυτός ανταπέδιδε τις φιλοφρονήσεις της. Ίσως η πιο ιδιωτική στιγμή ενός ανθρώπου είναι όταν βρίσκεται μόνος μπροστά στον καθρέφτη και αντικρίζει τον εαυτό του, το πρόσωπο και το σώμα του. Μια στιγμή που έχει για τον καθένα μία εντελώς ξεχωριστή σημασία και ανακινεί τα πιο αντιφατικά συναισθήματα και που θα μπορούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, να είναι στιγμή γαλήνης και ανακούφισης: αυτός είμαι λοιπόν...



Πώς είναι για σας οι στιγμές που κοιτάζεστε στον καθρέφτη; Ρίχνετε μια φευγαλέα ματιά πριν βγείτε από το σπίτι για να ελέγξετε αν είναι όλα «στη θέση τους» ή απολαμβάνετε το έτοιμο αποτέλεσμα του «φτιαξίματός» σας για να επιβεβαιωθείτε; Πώς συναντιέστε κάθε πρωί με το πρόσωπό σας στον καθρέφτη του μπάνιου, τι σκέφτεστε και τι αισθάνεστε όταν πρωτοκοιτάζεστε, νυσταγμένοι, αγουροξυπνημένοι, στραπατσαρισμένοι; Πώς αντικρίζετε το σώμα σας όταν βγαίνετε από το μπάνιο; Περνάτε γρήγορα μπροστά από τον καθρέφτη για να μην προλάβετε να δείτε το γυμνό σας είδωλο ή στέκεστε ώρα μπροστά του εξετάζοντάς το και ρίχνοντάς του και καμιά ματιά επιδοκιμασίας; Σίγουρα ο καθένας μας έχει το δικό του κώδικα επικοινωνίας με την εικόνα του εαυτού του στον καθρέφτη, αλλά οι στατιστικές δείχνουν ότι είναι περισσότεροι αυτοί που δεν τα πάνε καλά με το είδωλό τους, είτε είναι το πρόσωπο, το σώμα ή και τα δύο μαζί, που δεν ικανοποιούνται από αυτό που βλέπουν, ιδιαίτερα όταν είναι «γυμνό» από ρούχα, αξεσουάρ, μακιγιάζ ή από κάποιου είδους αισθητική παρέμβαση. Η εικόνα που αντικρίζουμε στον καθρέφτη, συχνά μας προκαλεί αμηχανία, δυσαρέσκεια, δυσφορία, απογοήτευση. Είναι κάπως σαν κάθε φορά να περιμένουμε να αντικρίσουμε «κάτι άλλο», που όμως δεν εμφανίζεται. Γιατί συμβαίνει αυτό;



«Όταν χώρισα με τον άνδρα μου, πέρασα μια πολύ μεγάλη κρίση ήμουν στα όρια της κατάθλιψης και κρατιόμουν με το ζόρι για χάρη των παιδιών. Ένιωθα συνέχεια κουρασμένη, θλιμμένη, αποτυχημένη. Είναι χαρακτηριστικό για εκείνη την εποχή ότι όταν κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, ειδικά το πρωί μόλις σηκωνόμουν, αυτό που έβλεπα ήταν σαν γροθιά στο στομάχι. Δεν ήταν απλώς ότι έβλεπα πως δεν ήμουν όμορφη. Έβλεπα στην εικόνα μου τη θλίψη και την αποτυχία που ένιωθα, κι αντί να προσπαθώ να εμψυχώσω τον εαυτό μου, τον κατηγορούσα ακόμα πιο πολύ, σκεπτόμενη “Πώς είσαι έτσι, κοίτα τα χάλια σου...”. Όταν άρχισα να ανακτώ δυνάμεις, να νιώθω καλύτερα, ενώ αντικειμενικά εξακολουθούσα να είμαι κουρασμένη και ατημέλητη για ένα μεγάλο διάστημα, έπαψα να με βλέπω τόσο χάλια. Άρχισα να είμαι πιο επιεικής και να με κοιτάζω με περισσότερη συμπάθεια, ίσως και με τρυφερότητα. Νομίζω ότι στον καθρέφτη έβλεπα όχι μόνο το πρόσωπό μου ή το σώμα μου, αλλά την ψυχή μου και τη ζωή μου ολόκληρη...».



Δεν είναι τυχαίο ότι ο καθρέφτης είναι βεβαρημένος με τόσες προλήψεις και τόσους συμβολισμούς. Είναι ένα απλό αντικείμενο, το οποίο όμως μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με ολόκληρη την ύπαρξή μας. Φαίνεται ότι αυτό που αντικρίζουμε, ειδικά στις πιο ιδιωτικές μας στιγμές, όταν ακόμη δεν έχουμε «εξοπλιστεί» αισθητικά για να συναντήσουμε τους άλλους, μας ικανοποιεί ή μας δυσαρεστεί ανάλογα με το πόσο ικανοποιημένοι είμαστε από τον εαυτό μας ολόκληρο, από αυτό που είμαστε, σκεφτόμαστε, νιώθουμε και κάνουμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δυσαρεστημένοι από το είδωλό τους δεν είναι μόνο όσοι έχουν κάποιες ατέλειες, αλλά εξίσου σχεδόν και αυτοί που η φύση υπήρξε πραγματικά γενναιόδωρη απέναντί τους, γυναίκες και άνδρες δηλαδή που κατά κοινή ομολογία είναι πάρα πολύ όμορφοι. Κι από την άλλη μεριά, όσο πιο πολύ τα έχει βρει κάποιος με τον εαυτό του και τους γύρω του, τόσο πιο ευχάριστο του είναι αυτό που καθρεφτίζεται μπροστά του, έστω κι αν έχει ατέλειες. Φαίνεται πως, όσον αφορά τον καθρέφτη, τα φαινόμενα απατούν: ούτε το θέαμα είναι μόνο αυτό που φαίνεται, αλλά ούτε και ο θεατής είναι μόνο ένας...



Δίνουμε στην εμφάνισή μας μια δυσανάλογα τεράστια σημασία από αυτήν που έχει στην πραγματικότητα και σε σχέση με το πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Έτσι, είναι σχεδόν αδύνατο να δούμε τον εαυτό μας όπως είναι, να τον «συλλάβουμε» στην ολότητά του, σαν ένα σύνολο δηλαδή από επιμέρους χαρακτηριστικά που άλλο είναι πιο όμορφο και άλλο πιο άσχημο, αλλά όλα μαζί φτιάχνουν ένα σχετικά αρμονικό σύνολο. Η άποψη που έχουμε για την εμφάνισή μας είναι συχνά κομματιασμένη, κι από αυτό προκύπτει η ανελέητη αυτοεξέταση στον καθρέφτη, όπου κάθε κομμάτι μας αξιολογείται σαν ένα ανεξάρτητο, απομονωμένο στοιχείο: «Μου αρέσουν οι ώμοι μου αλλά όχι το στήθος μου, η κοιλιά μου δεν είναι άσχημη, αλλά τα πόδια μου είναι χάλια, τα μάτια μου είναι ωραία, αλλά αυτή η μύτη κι αυτό το στόμα...».



Είναι ένα από τα πιο δυσνόητα και μυστήρια πράγματα, κι όμως συμβαίνει σε όλους. Η εικόνα που βλέπουμε στον καθρέφτη συνήθως δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, με αυτήν τουλάχιστον που βλέπει ένας άλλος όταν μας κοιτάζει. Η γυναίκα που πάσχει από νευρική ανορεξία βλέπει τον εαυτό της χοντρό, ενώ δεν είναι παρά ένας σκελετός χωρίς ίχνος κρέατος, κι αυτός που πάσχει από δυσμορφοφοβία (που φοβάται μήπως έχει κάποιο ελάττωμα, κάποια δυσμορφία) ανακαλύπτει κάθε στιγμή ένα καινούργιο κουσούρι, που όμως μόνο αυτός βλέπει. Αλλά και χωρίς να πάσχουμε από κάποια παθολογική διαταραχή, συνήθως βλέπουμε τον εαυτό μας διαφορετικό από ό,τι μας βλέπουν οι άλλοι. Έτσι, νιώθουμε ότι είμαστε πιο χοντροί, ότι έχουμε πιο μικρό στήθος, πιο μεγάλη μύτη, πιο στραβό στόμα, πιο έντονα σπυράκια, πιο μεγάλη κοιλιά, πιο χοντρές γάμπες, πιο... Τι είναι όμως αυτό που καθορίζει πώς μας βλέπουμε και ποια θα είναι η σχέση μας με τον εαυτό μας, το σώμα μας και την εικόνα του; Οι ψυχολογικές θεωρίες μιλούν για έναν ιδανικό ή ιδεατό εαυτό που δεν είναι παρά μια ιδέα αυτού που θα θέλαμε ή που νομίζουμε ότι είμαστε και που μας οδηγεί στο να μη νιώθουμε ευχαριστημένοι με αυτό που πραγματικά είμαστε. Αυτή την ιδέα του εαυτού καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό κατά την παιδική μας ηλικία οι πιο σημαντικοί για μας άνθρωποι, οι γονείς μας. Από αυτούς «ρουφάμε» όσο είμαστε παιδιά (και πολλές φορές και αργότερα) σαν σφουγγάρια κάθε έκφραση αγάπης και αναγνώρισης, αλλά και αποδοκιμασίας και απαξίωσης. Καταλαβαίνουμε και αφομοιώνουμε με τεράστια ευαισθησία καθετί, έστω και ανείπωτο, που τους κάνει να μην είναι ευχαριστημένοι μαζί μας και να μας αγαπούν λιγότερο. Το τραγικό είναι ότι η δίψα μας για την αγάπη τους είναι τόσο μεγάλη, που μας οδηγεί στο να γινόμαστε εμείς οι ίδιοι «βασιλικότεροι του βασιλέως», οι πιο αυστηροί δηλαδή κριτές του εαυτού μας, προκειμένου να μπορούμε να τους ικανοποιήσουμε.



Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι όχι μόνο μαθαίνουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των γονιών μας, αλλά και με μια αυστηρότητα που μπορεί να μην επεδείκνυαν εκείνοι. Κάπως έτσι διαμορφώνεται λοιπόν ένα ιδανικό εαυτού που μας εμποδίζει να έχουμε μια σχέση ειρηνική και τρυφερή με αυτό που είμαστε. Και πώς να το κατορθώσουμε; Ο πρώτος διδάξας, ο όμορφος νέος της μυθολογίας, ο Νάρκισσος, είχε κακό τέλος, επειδή είδε τόσο τέλειο το είδωλό του στην επιφάνεια του νερού που καθρεφτίστηκε, ώστε το ερωτεύτηκε. Η δυσκολία τού να είμαστε ευχαριστημένοι με το είδωλό μας σχετίζεται με πολλές παραμέτρους:
- Με τον πολύ ανθρώπινο μας, που θα ήθελε να είμαστε τέλειοι.
- Με την των γονιών μας να μας δεχτούν με όλες μας τις ατέλειες.
- Με την ότι δεν είμαστε άξιοι αγάπης, αν δεν είμαστε τέλειοι σε όλα.
- Με μια , από την άλλη μεριά, που υπαγορεύει ότι δεν είναι και τόσο καλό να ασχολείσαι με την εμφάνιση σου και να χαίρεσαι τον εαυτό σου.
- Με τα και ευζωίας που μας περιτριγυρίζουν από παντού και που πλησιάζουν όλο και περισσότερο το τέλειο.



«Μόλις πέσει η ματιά μου στο στήθος μου, η καρδιά μου βουλιάζει στα πόδια μου... Γιατί να μην κάνω μια πλαστική εγχείρηση, ώστε να μπορέσω να αγαπήσω περισσότερο τον εαυτό μου; Στο κάτω-κάτω και χωρίς το βάψιμο, το ίσιωμα των μαλλιών και τη συνεχή δίαιτα, που όλοι βέβαια τα βρίσκουν φυσιολογικά, εγώ δεν μπορώ να φανταστώ να κυκλοφορώ ανάμεσα στον κόσμο!». Αυτά είναι τα λόγια μιας 23χρονης χαριτωμένης κοπέλας, που καθρεφτίζουν ακριβώς αυτόν το συνεχή αγώνα που μπορεί να δίνει κανείς προκειμένου να του αρέσει ο εαυτός του στον καθρέφτη. Υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή που χωρίζει την υγιή επιθυμία μας να είμαστε όμορφοι, περιποιημένοι και αρεστοί σε μας και στους άλλους και που καθρεφτίζει την αυτοεκτίμησή μας και την αγάπη μας προς τη ζωή, από το κυνηγητό του συνεχώς καλύτερου, του τέλειου, που καταλήγει σε αντιπάθεια και μίσος για τον εαυτό μας και συνεχή αίσθηση ότι «κάτι λείπει ακόμη...». Η αισθητική χειρουργική επέμβαση είναι απολύτως θεμιτή όταν μπορεί να προσφέρει σε έναν άνθρωπο τη σιγουριά που του αφαιρούσε π.χ. η τεράστια μύτη του, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο όταν μετά από κάθε επέμβαση κάτι καινούργιο αναδύεται που θα μπορούσε να διορθωθεί.



Δεν είναι μόνο τα εκφρασμένα συναισθήματα αγάπης, τρυφερότητας ή αποστροφής που δεχόμαστε από τους γονείς και τα οποία καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, αλλά και οι ασυνείδητες προσδοκίες, που βαραίνουν επίσης. Μια μητέρα που χωρίς να το καταλαβαίνει απορρίπτει την εμφάνιση της κόρης της επειδή τη βλέπει να μοιάζει στην πεθερά της που αντιπαθεί ή δύο γονείς που περίμεναν αγόρι κι απογοητεύονται επειδή αποκτούν κορίτσι, δίνουν αρνητικά μηνύματα στο παιδί τους, έστω κι αν το περιβάλλουν με απέραντη αγάπη. Πολύ συχνά φτάνουμε έτσι να μισούμε χαρακτηριστικά μας που είναι άψογα, επειδή μας συνδέουν με μια οικογενειακή κατάσταση που μας έχει πονέσει πολύ και από την οποία θα θέλαμε να απαλλαγούμε.



Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι, όσο δυσαρεστημένοι κι αν είμαστε με το είδωλό μας, όσο μειονεκτικά κι αν νιώθουμε μπροστά στον εαυτό μας στον καθρέφτη, η εμφάνισή μας μετράει πάντα πολύ για μας, γιατί είναι η απόδειξη, η εγγύηση της ύπαρξής μας, η γέφυρα που ενώνει τον εσωτερικό με τον εξωτερικό μας κόσμο. Γι’ αυτό και πάντα θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να είμαστε ευχαριστημένοι με την εικόνα μας. Ίσως όμως, από την άλλη μεριά, το θέμα δεν είναι μόνο να κάνουμε όσο πιο πολλά μπορούμε για την ομορφιά μας, αλλά να φροντίσουμε περισσότερο και αυτό που έχουμε μέσα μας. Ελάχιστοι είναι οι τυχεροί (μπορεί και να μην υπάρχουν καν) που δέχτηκαν τόση αγάπη ώστε να είναι αρκετή για να αγαπήσουν και οι ίδιοι πολύ τον εαυτό τους. Καλούμαστε, λοιπόν, αυτή την αγάπη να την προσφέρουμε, έστω και ως ενήλικοι, εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κάθε στιγμή έχουμε την επιλογή να βυθιστούμε μέσα στην περιφρόνηση του εαυτού μας ή να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε από τις πηγές δύναμης που έχουμε μέσα μας ή γύρω μας. Ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η επιείκεια προς τον εαυτό μας. Συχνά είμαστε πολύ πιο επιεικείς με τους άλλους και αδικαιολόγητα αυστηροί με μας τους ίδιους.



Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε κάτω και να δούμε τι έχουμε αντιμετωπίσει και τι έχουμε καταφέρει, βγάζοντας από το μυαλό μας για λίγο το «Θα μπορούσε να είναι και καλύτερα». Αυτή η «άσκηση», αν επαναλαμβάνεται κάθε τόσο, μπορεί να μας βοηθήσει να χαμηλώσουμε τον πήχυ και να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε λίγο την αξία μας. Σημαντική βοήθεια μπορούν να μας προσφέρουν σε αυτό και άνθρωποι που αγαπάμε κι εμπιστευόμαστε και που είναι πρόθυμοι να μας πουν τι βλέπουν σε μας. Αλλά η πιο πολύτιμη ίσως βοήθεια είναι η αγάπη που δεχόμαστε από τους ανθρώπους γύρω μας, όση κι αν είναι αυτή. Είναι τα λόγια αγάπης που, όσο σπάνια κι αν ακούμε, είναι πάντα ένας ανεκτίμητος θησαυρός που δεν τον ακούμε, δεν τον βλέπουμε και ξεχνάμε ότι τον έχουμε. Τις περισσότερες φορές συμβαίνει το παράδοξο να είμαστε τόσο απασχολημένοι με το να γίνουμε τέλειοι για να μας αγαπούν, που δεν μπορούμε να δεχτούμε την αγάπη που μας προσφέρουν ήδη απλόχερα οι άλλοι.