Η πλήξη είναι συνήθως, στη σημερινή εποχή, κάτι καταδικαστέο. Θεωρείται σύμπτωμα της ρουτίνας ή χαρακτηριστικό των μη παραγωγικών ανθρώπων.  Παρ’ όλα αυτά, η πλήξη έχει τους υπερασπιστές της, που τους βρίσκουμε σε διαφορετικές φάσεις της Ιστορίας, και τα επιχειρήματά τους υπέρ της έχουν, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον.

Ο φιλόσοφος Μπιουλ-Τσουνγκ Χαν βραβεύτηκε πρόσφατα στην Ισπανία με το Βραβείο της Πριγκίπισσας των Αστούριας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Υποστηρίζει ότι η πλήξη είναι το «αποκορύφωμα της ψυχικής χαλάρωσης». Και ο Μπέρτραντ Ράσελ, στο αριστούργημά του του 1930 «Η Κατάκτηση της Ευτυχίας», προειδοποιούσε: «Μια γενιά που δεν μπορεί να αντέξει την πλήξη θα είναι μια γενιά μικρών ανθρώπων».

Τόσο ο Μπιουλ-Τσουνγκ Χαν όσο και ο Μπέρτραντ Ράσελ, βλέπουν την πλήξη ως εξαιρετικό λίπασμα για γόνιμη φαντασία. Πιστεύουν ότι η βαρεμάρα είναι μια παύση, κάπως ενοχλητική αλλά απαραίτητη. Γιατί μας επιτρέπει να σκεφτούμε πέρα ​​από την αδράνεια και τη βιασύνη.

Τι λένε οι ερευνητές

H ισπανική El Pais διαπιστώνει ότι τέσσερις ερευνητές που μελετούν την πλήξη συμφωνούν ότι εξυπηρετεί μια βασική λειτουργία: την ενθάρρυνση της αλλαγής. Και πιστεύουν ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η πλήξη έχει έναν εξελικτικό σκοπό, τον οποίο απειλούν τα social media.

Πρώτος είναι ο Ανδρέας Ελπιδώρου, συγγραφέας του βιβλίου «Η ανατομία της πλήξης». Εκεί περιγράφει τα πειράματα που αποδεικνύουν τον εξελικτικό ρόλο αυτού του κατακριτέου συναισθήματος. «Μπορούμε να δούμε τι παράγει και να κάνουμε εικασίες για το αν στο μακρινό παρελθόν υπήρχε ένας καλός λόγος ύπαρξής της, με την έννοια ότι μας έκανε πιο γυμνασμένους», σημειώνει ο συγγραφέας.

Από την πλευρά της, η Κορίνα Μαρταρέλι, καθηγήτρια στο UniDistance στην Ελβετία, επικαλείται μελέτη του Πανεπιστημίου του Πρίνστον του 2016. Πιστεύει ότι τα αποτελέσματά της επιβεβαιώνουν ότι η πλήξη λειτουργεί ως «σήμα προσαρμογής». Οι συγγραφείς της ανέλυσαν αυτήν την ανθρώπινη τάση να «εξερευνά» ενόψει της έλλειψης «πολύτιμων πληροφοριών». Δηλαδή για μια παρόρμηση που υπερβαίνει τις εποχές. Τη συναντάμε τόσο στις προϊστορικές ζούγκλες όσο και στους σύγχρονους ανθρώπους που στοχάζονται και νευριάζουν στους καναπέδες τους.

Ο Τζέιμς Ντάνκερτ, συντονιστής ενός εργαστηρίου για την ψυχολογία της πλήξης στο Πανεπιστήμιο του Γουότερλου (Καναδάς), φέρνει ένα παράδειγμα που αποδεικνύει πόσο χρήσιμη είναι. Όσοι έχουν κατοικίδια, σίγουρα έχουν σκισμένες κάλτσες. Γιατί τα γατιά και τα σκυλιά μας, βαριούνται κι αυτά. Και για να σκοτώσουν τη δική τους πλήξη, σκοτώνουν μύγες με την ουρά τους…

Φτάνουν 15 λεπτά για να ξυπνήσει η σπίθα

Σε ιστορική μελέτη για την πλήξη, παρατηρήθηκε ότι το 67% των ανδρών και το 25% των γυναικών, μετά από 15 λεπτά χωρίς καμία διέγερση, προτίμησαν να κάνουν ηλεκτροσόκ παρά να συνεχίσουν να μην κάνουν απολύτως τίποτα. Ένα τέταρτο της ώρας μόνοι με τις σκέψεις τους ήταν αρκετό για να τους κάνει να πουν «αρκετά».

Ο Ντάνκερτ επιβεβαιώνει την παρατήρηση και με πειράματα με βιζόν και ποντίκια. Έπειτα από παρατεταμένες περιόδους σε ένα «λιγότερο διεγερτικό περιβάλλον», απελπίστηκαν τόσο πολύ που πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Οσφρίζονταν τη μυρωδιά ενός αρπακτικού. Εξέθεταν οικειοθελώς τα ρύγχη τους σε ρεύματα αέρα –αυτό είναι κάτι που κανονικά απεχθάνονται. Έτσι και οι άνθρωποι. Είναι επιρρεπείς σε αυτό το είδος συμπεριφοράς αν βρεθούν αντιμέτωποι με την απόλυτη αδράνεια.

Γιατί τα social media σκοτώνουν τη σπίθα

Αλλά, πλέον, έχουμε βρει τρόπο να μη βαριόμαστε. Να σκοτώνουμε την πλήξη. Το κινητό τηλέφωνο. Η Κορίνα Μαρταρέλι επισημαίνει ότι το smartphone έχει γίνει το χόμπι χωρίς τέλος της εποχής μας. Σε αυτό συχνά καταφεύγουμε με μοναδικό σκοπό να γεμίσουμε τις ώρες και τα social media πάντα έχουν κάτι να προσφέρουν.

Αλλά, σύμφωνα με τη Χοσέφα Ρος, Ισπανίδα επιστήμονας και ιδρύτρια της Διεθνούς Εταιρείας για τη Μελέτη της Πλήξης, αυτή η συνήθεια σκοτώνει τη δύναμη της πλήξης να μας μεταμορφώσει. Και αυτό γιατί οι τρέχουσες ψηφιακές καταναλωτικές συνήθειες «μας δυσκολεύουν να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία που προσφέρει η πλήξη για να φανταστούμε την αλλαγή».

Η πλήξη είναι πάντα επώδυνη, εξηγεί, καθώς «αυξάνει τα επίπεδα διέγερσης του εγκεφαλικού φλοιού», επομένως τείνουμε να την «σιωπούμε αναζητώντας γρήγορες λύσεις». Τα τηλέφωνά μας περιέχουν έναν ατελείωτο κατάλογο πιθανών διαφυγών. Κάποιες έχουν νόημα, άλλες είναι κενοί περισπασμοί, στους οποίους βυθιζόμαστε χωρίς πολλή σκέψη.

Μικρό κουτί από γυαλί και μέταλλο

Ο Τζέιμς Ντάνκερτ εξηγεί ότι αυτό το μικρό ορθογώνιο από πλαστικό, γυαλί και μέταλλο μπορεί να χωρέσει τα πάντα. Από βαθυστόχαστα δοκίμια για τη μεταφυσική μέχρι χιλιάδες βίντεο ανθρώπων που προσπαθούν να κάνουν κάτι ανούσιο. Όπως να στερεώσουν ένα μπουκάλι ανάποδα.

Η Χοσέφα Ρος λέει στην ισπανική εφημερίδα ότι αν αποκτήσουμε έναν βαθμό «ανοχής στον πόνο» που προκαλείται από την πλήξη, θα συνειδητοποιήσουμε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ότι, με τη βοήθεια των social media, «τα περισσότερα πιθανά σενάρια μας παρουσιάζονται ως προκαθορισμένες επιλογές μέσω της βιομηχανίας μαζικής ψυχαγωγίας».

Τα social media ενθαρρύνουν το ατελείωτο scrolling. Παρά το γεγονός ότι ακόμη και αυτή η φρενίτιδα για περισσότερα βίντεο, περισσότερες εικόνες, μπορεί επίσης να αυξήσει την πλήξη.

Και έτσι να πέσουμε σε έναν άλλο φαύλο κύκλο. Βαριόμαστε, στρεφόμαστε στο TikTok ή το Instagram, βαριόμαστε ακόμα περισσότερο, και κάνουμε ακόμα πιο άσκοπο scrolling».

Ο Ανδρέας Ελπιδώρου λέει: «Όταν γίνομαι κυνικός, τείνω να πιστεύω ότι [οι τεχνολογικοί γίγαντες] θέλουν να βαριόμαστε ελαφρώς, αλλά όχι πολύ, όχι βαθιά. Γιατί διαφορετικά θα σταματούσαμε εντελώς τη δραστηριότητά μας. Αλλά αρκετά ώστε να εστιάζουμε συνεχώς την προσοχή μας σε κάτι νέο».

Ο Ανδρέας Ελπιδώρου πιστεύει ότι αυτή η ημι-ρομποτική χρήση του διαδικτύου μάς εμποδίζει να βιώσουμε μια λιγότερο αγχωτική, πιο παραγωγική πλήξη από το dolce far niente, την ευχαρίστηση του να μην κάνουμε τίποτα.

«Υπάρχει μια τεράστια αντίθεση [πρωτοφανής σε άλλες εποχές] μεταξύ του συνεχούς βομβαρδισμού μηχανισμών που έχουν σχεδιαστεί για να τραβήξουν την προσοχή μας και, ας πούμε, μιας ερήμου εμπλοκής. Μας κάνει να νιώθουμε άσχημα, αλλά ταυτόχρονα, θέλουμε να συνεχίσουμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα».

Επιβλαβείς συμπεριφορές

Στην ουσία πρόκειται για ένα μοτίβο εθισμού. Θυμίζει δυνητικά επιβλαβείς συμπεριφορές που υιοθετούμε ως απόδραση από την πλήξη, χωρίς να αναρωτιόμαστε τι πραγματικά την προκαλεί και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να την ξεπεράσουμε μακροπρόθεσμα.

Στον αναλογικό κόσμο είναι η χρήση ουσιών, η υπερκατανάλωση τροφής ή οι παρορμητικές αγορές.

Η Κορίνα Μαρταρέλι επισημαίνει ότι η πλήξη μας προκαλεί χωρίς να προσφέρει απαντήσεις. «Είναι ένα ουδέτερο σήμα που υποδεικνύει ότι κάτι δεν μας κινητοποιεί ή δεν βγάζει νόημα. Η απόφαση για το τι θα κάνουμε γι’ αυτό εξαρτάται από εμάς». Εκεί είναι μάλλον που γεννιέται και η σπίθα της φαντασίας.

*Από την Αρχοντία Κάτσουρα

Πηγή: In.gr