Νέα μεγάλη βρετανική έρευνα δείχνει ότι η εμμηνόπαυση συνοδεύεται από αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου και από σημαντική αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας, όπως είναι το άγχος. Αν και η θεραπεία φαίνεται να βοηθά στη διατήρηση της ταχύτητας αντίδρασης, δεν φαίνεται να αποτρέπει την απώλεια εγκεφαλικού ιστού, ούτε να μειώνει τα συμπτώματα κατάθλιψης, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δεδομένα της μελέτης, τα ευρήματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Medicine.

Τι ξέρουμε για την εμμηνόπαυση

Η εμμηνόπαυση αποτελεί μια σημαντική βιολογική μετάβαση, που χαρακτηρίζεται από τη διακοπή της εμμήνου ρύσεως και την απότομη μείωση των αναπαραγωγικών ορμονών. Πολλές γυναίκες αναφέρουν ποικίλα συμπτώματα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, από εξάψεις έως διαταραχές ύπνου και δυσκολίες στη ρύθμιση της διάθεσης. Πολλές καταφεύγουν στην ορμονική θεραπεία υποκατάστασης για να αντιμετωπίσουν αυτές τις σωματικές και ψυχολογικές προκλήσεις. Παρά τη συχνή χρήση των θεραπειών αυτών, η ιατρική κοινότητα εξακολουθεί να έχει ερωτήματα σχετικά με το πώς οι ορμονικές αλλαγές επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Προηγούμενες έρευνες, μάλιστα, έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα ως προς το αν οι ορμονικές θεραπείες προστατεύουν τον εγκέφαλο ή ενδέχεται να ενέχουν κινδύνους.

Εμμηνόπαυση και εγκέφαλος

Για να αποσαφηνίσει αυτές τις επιδράσεις, μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ προσφέρει μια πιο καθαρή εικόνα για το πώς το τέλος της γονιμότητας επηρεάζει την ψυχική υγεία, τις γνωστικές λειτουργίες και τη φυσική αρχιτεκτονική του εγκεφάλου.

Για τη συγκεκριμένη μελέτη επιλέχθηκε δείγμα σχεδόν 125.000 γυναικών. Οι ερευνήτριες χώρισαν τις συμμετέχουσες σε τρεις ομάδες: γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση, μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που δεν είχαν λάβει ποτέ ορμονική θεραπεία και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που είχαν λάβει τέτοια θεραπεία.

Αρχικά αξιολογήθηκε η ψυχολογική τους ευεξία. Τα δεδομένα έδειξαν ότι οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, σε σύγκριση με εκείνες που δεν είχαν ακόμη περάσει αυτή τη φάση. Η ποιότητα του ύπνου, επίσης, φάνηκε να επιδεινώνεται μετά την εμμηνόπαυση.

Οι γυναίκες που λάμβαναν ορμονική θεραπεία ανέφεραν, μάλιστα, περισσότερες δυσκολίες ψυχικής υγείας από εκείνες που δεν τη λάμβαναν, καθώς και υψηλότερα επίπεδα κόπωσης. Το εύρημα αυτό φαινόταν αρχικά αντιφατικό, δεδομένου ότι η ορμονική θεραπεία συχνά συνταγογραφείται για τη βελτίωση της διάθεσης. Ωστόσο, εξετάζοντας το ιατρικό ιστορικό των συμμετεχουσών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες που έλαβαν τη θεραπεία είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν άγχος ή κατάθλιψη πριν ακόμη ξεκινήσουν τη φαρμακευτική αγωγή. Αυτό υποδηλώνει ότι οι γιατροί ενδέχεται να συνταγογραφούν ορμόνες κυρίως σε γυναίκες με ήδη σοβαρά συμπτώματα.

Πώς συνδέεται με τη γνωστική έκπτωση;

Η μελέτη εξέτασε, επίσης, την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. Όπως αναμενόταν, οι χρόνοι αντίδρασης επιβραδύνονται με την ηλικία. Ωστόσο, η εμμηνόπαυση φάνηκε να επιταχύνει αυτή τη μείωση. Σε αυτόν τον τομέα, η ορμονική θεραπεία έδειξε όφελος: οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν ορμόνες είχαν ταχύτερους χρόνους αντίδρασης από εκείνες που δεν λάμβαναν, φτάνοντας ουσιαστικά τα επίπεδα των προεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Αντίθετα, δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στη μνήμη. Δοκιμασίες μνήμης έδειξαν παρόμοια απόδοση και στις τρεις ομάδες.

Ένα μικρότερο υποσύνολο περίπου 11.000 γυναικών υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία για τη μέτρηση του όγκου του εγκεφάλου. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στη φαιά ουσία, δηλαδή τον ιστό που περιέχει τα νευρικά κύτταρα, σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη και τη συναισθηματική ρύθμιση.

Οι απεικονίσεις έδειξαν ότι οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είχαν μειωμένο όγκο φαιάς ουσίας σε αυτές τις περιοχές σε σύγκριση με τις προεμμηνοπαυσιακές. Η μείωση αυτή μπορεί να εξηγεί τα αυξημένα προβλήματα διάθεσης. Απροσδόκητα, η ομάδα που λάμβανε ορμονική θεραπεία εμφάνισε τους χαμηλότερους όγκους εγκεφάλου από όλες. Η θεραπεία δεν φάνηκε να αποτρέπει την απώλεια εγκεφαλικού ιστού που συνοδεύει το τέλος της αναπαραγωγικής ηλικίας. Οι συγκεκριμένες περιοχές δε, συχνά εμπλέκονται σε νευροεκφυλιστικές παθήσεις, όπως για παράδειγμα η νόσος Αλτσχάιμερ.