Πολλές στατιστικές των τελευταίων ετών, αλλά και η καθημερινή εμπειρία πολλών δασκάλων, δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα αγόρια είναι αυτά που αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα στο σχολείο, κι αυτό από την πιο τρυφερή τους ηλικία έως την αποφοίτηση. Δεν είναι λίγοι οι γονείς που στέλνουν γεμάτοι καμάρι το αγοράκι τους στο σχολείο κι ακούνε μετά από λίγο ότι «Έχει μυαλό, αλλά δεν το χρησιμοποιεί σωστά» ή «Θα τα κατάφερνε μια χαρά, αλλά δυσκολεύεται πολύ να προσαρμοστεί» ή «Όταν θέλει είναι εξαιρετικός, αλλά συχνά δεν θέλει». Σχόλια αποκαρδιωτικά για τους γονείς, που ανήσυχοι αναρωτιούνται τι συμβαίνει με το κατά τα άλλα συνήθως ευφυέστατο, ευφάνταστο και δημιουργικό παιδί τους. Τι φταίει λοιπόν;



Η πιο εύκολη απάντηση θα ήταν «τα γονίδια». Σίγουρα υπάρχουν διαφορές στη γονιδιακή κληρονομιά αγοριών και κοριτσιών. Ίσως ισχύει και μια θεωρία που θέλει τα αγόρια πιο αργά στη διαδικασία της νευρολογικής τους ωρίμανσης από τα κορίτσια, και κατά συνέπεια πιο ευάλωτα και πιο ασταθή. Αρκούν όμως αυτά ως λόγοι για να εξηγήσουν τα προβλήματά τους στο σχολείο; Αν ναι, τότε γιατί πριν από λίγες δεκαετίες, αν διαπιστώνονταν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων όσον αφορά το σχολείο, ήταν συνήθως τα κορίτσια αυτά που μειονεκτούσαν; Φαίνεται πως πέρα από τα γονίδια κάποιοι άλλοι παράγοντες, που έχουν να κάνουν με τη διαπαιδαγώγηση και το περιβάλλον, παίζουν κι αυτοί ένα ρόλο διόλου ευκαταφρόνητο στο πόσο έτοιμα και ψυχικά σταθερά είναι τα παιδιά για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της σχολικής ζωής.

Βρισκόμαστε στην εποχή που, αφού άφησε πίσω της το φεμινισμό, έχει επιστρέψει, όσον αφορά τουλάχιστον την παιδική ηλικία, στην απόλυτη προσκόλληση στους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων. «Τρυφερό» ροζ, πριγκίπισσες, νάζι και κοκεταρία για τα κορίτσια και «σκληρό» μαύρο, σούπερ-ήρωες, ηλεκτρονικά παιχνίδια γεμάτα βία για τα αγόρια. Πολύ συχνά οι γονείς, ακόμη κι αν το θέλουν, δεν μπορούν να αποφύγουν την επιρροή αυτών των στερεοτύπων στα παιδιά τους. Είναι φανερό ότι για ένα κορίτσι είναι εύκολο να ανταποκρίνεται στο ρόλο του χωρίς να «ενοχλεί». Όσο πιο πολύ ταυτίζεται μάλιστα με το ρόλο της «πριγκίπισσας» (χαριτωμένη, γλυκιά, «ευχάριστη»), τόσο περισσότερη αναγνώριση και συμπάθεια μοιάζει να προσελκύει, τουλάχιστον όσο είναι ακόμη παιδί. Οι συνέπειες εμφανίζονται συνήθως αργότερα.

Για τα αγόρια τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. O ρόλος τους απαιτεί συμπεριφορές που εύκολα μπορούν να παρεκκλίνουν προς περιοχές μη αποδεκτές. Δεν είναι εύκολο να είσαι Ράμπο, Χ-μαν, οποιοσδήποτε σούπερ-ήρωας και να καταφέρνεις ταυτόχρονα να είσαι και το καλό παιδί (ο Σπάιντερμαν για να το καταφέρει ζούσε διπλή ζωή!). Κι όμως, παλιότερα τα αγόρια είχαν αυτή την ευκαιρία. Το «πεδίο δράσης» τους ήταν ο δρόμος, η μεγάλη ομάδα των συνομηλίκων που επέτρεπε την εκτόνωση της επιθετικότητας του ρόλου τους σε ένα περιβάλλον που την αποδεχόταν και την απορροφούσε. Ταυτόχρονα, το περιβάλλον του σπιτιού και του σχολείου είχε σαφείς και αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς. Σήμερα, ούτε πεδίο εκτόνωσης υπάρχει, ούτε σαφή όρια. Oυσιαστικά, μπορεί να πει κανείς ότι από τα αγόρια απαιτείται ένας ρόλος που δεν «χωράει» πουθενά.

Συχνά, η άσχημη αρχή γίνεται ήδη κατά την προσχολική ηλικία. Όλο και περισσότεροι γονείς ακούνε για το αγοράκι τους των 4, 5 και 6 ετών από τις δασκάλες του παιδικού σταθμού και του νηπιαγωγείου: «Πρέπει να κάνετε κάτι με το παιδί, θα έχει πρόβλημα στο σχολείο», «Δεν μπορούμε να τον κάνουμε καλά, είναι πολύ άτακτος», «Δεν προσαρμόζεται, μας δημιουργεί συνέχεια πρόβλημα». Όταν μια νηπιαγωγός πρέπει συχνά να «κάνει καλά» μια ομάδα είκοσι και παραπάνω παιδιών προσχολικής ηλικίας για τουλάχιστον 6 ώρες, συνήθως μέσα σε περιορισμένο χώρο, εύκολα τα πιο «δύσκολα» παιδιά γίνονται τα «μαύρα πρόβατα» και περιθωριοποιούνται: Είναι αυτά που έχουν ανάγκη από περισσότερη προσοχή, που είναι πιο κινητικά ή που απλώς τους λείπει η μαμά τους. Αντίθετα, σπάνια οι ίδιες δασκάλες εφιστούν την προσοχή στους γονείς κοριτσιών που είναι φοβισμένα, ντροπαλά ή μοναχικά. Εφόσον δεν ενοχλούν, δεν υπάρχει πρόβλημα (βέβαια, αν ένα αγοράκι είναι πολύ ήσυχο και φοβισμένο, τότε θεωρείται πάλι ότι υπάρχει λόγος ανησυχίας!). Κάποια από αυτά τα αγόρια, ευτυχώς, βρίσκουν την ισορροπία τους όταν αρχίσει το σχολείο. Κάποια άλλα, που δεν είναι καθόλου λίγα, δεν τα καταφέρνουν να απαλλαγούν από τη ρετσινιά του «δύσκολου».

Αν το σχολείο είναι «αναγκαίο κακό» με την έννοια ότι δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε ή να επηρεάσουμε τις καταστάσεις μέσα σε αυτό, τότε είμαστε εμείς οι γονείς που καλούμαστε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις που θα τα διευκολύνουν να προσαρμοστούν πιο εύκολα.


Τα πρώτα χρόνια της ζωής τους τα παιδιά δεν έχουν ακόμη αφομοιώσει το ρόλο του φύλου τους. Με απόλυτη φυσικότητα συνυπάρχουν μέσα τους και γίνονται εμφανή στη συμπεριφορά, στα λόγια, στο παιχνίδι τους στοιχεία «θηλυκά» και «αρσενικά» - στοιχεία ανθρώπινα και άκρως απαραίτητα για να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Τη μια στιγμή κάνουν αγώνες με αυτοκινητάκια και την άλλη βάζουν το αρκουδάκι στο καροτσάκι και το πάνε βόλτα. Πολλές φορές, ο πανικός των γονιών μήπως δεν γίνουν «σωστοί» άνδρες και γυναίκες, τους κάνει να απορρίπτουν τέτοιες συμπεριφορές και να ενισχύουν, με πιεστικό συχνά τρόπο, τις συμπεριφορές που πιστεύουν ότι «αρμόζουν» στο φύλο του παιδιού τους. Ένα αγοράκι που πιέστηκε και ενισχύθηκε πολύ για να φέρεται «σαν άνδρας», εύκολα θα αντιδράσει με επιθετικότητα όταν αντιμετωπίσει δυσκολίες.


Επειδή το σχολικό σύστημα απαιτεί μονοδιάστατη προσαρμογή, δεν αφήνει «παράθυρα» ανοιχτά για φαντασία και ανησυχίες «εκτός ύλης» και, δυστυχώς, δεν δίνει στους εκπαιδευτικούς την ευχέρεια και το κίνητρο να ενσωματώσουν τους πιο «δύσκολους» μαθητές. Συχνά αυτά τα παιδιά περνούν άσχημα στο σχολείο (και το σχολείο μαζί τους).

Όπως διαπιστώθηκε σε μια διεθνή έρευνα σχετικά με τη διδασκαλία της γλώσσας στο δημοτικό, τα αγόρια βαθμολογούνται κατά μέσο όρο δυσμενέστερα από τα κορίτσια για τις ίδιες επιδόσεις σε διαγωνίσματα, ειδικά μάλιστα από γυναίκες εκπαιδευτικούς. Προτιμήσεις, μεγαλύτερη ταύτιση και συμπάθεια προς τα κορίτσια, λιγότερη ανεκτικότητα ή είναι οι γυναίκες γενικά πιο επιβαρυμένες και αντιδρούν αρνητικά σε ό,τι και όποιον κάνει τη δουλειά τους πιο δύσκολη; Μάλλον λίγο απ’ όλα.

Τα παιδιά χρειάζονται όρια, αυτό το ξέρουν όλοι. Πολύ περισσότερο ένα παιδί που έχει την τάση να τα υπερβαίνει. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να προσαρμοστεί σε κοινωνικά σύνολα που λειτουργούν με αυστηρούς κανόνες, όπως π.χ. η σχολική τάξη. Τα όρια όμως, για να γίνουν αποδεκτά, πρέπει να έχουν λογική και συνέπεια και, πράγμα πολύ σημαντικό, να συνυπάρχουν με αρκετή ελευθερία κινήσεων και με ενδιαφέρον. Δεν υπάρχει π.χ. λόγος να απαγορεύσουμε σε ένα παιδί να σκαρφαλώσει στο δέντρο, αν του δείξουμε τι πρέπει να προσέχει και σταθούμε δίπλα για να το πιάσουμε αν χρειαστεί, ενώ υπάρχει λόγος να είμαστε ανένδοτοι στο ότι οφείλει να είναι ήσυχο από τις 15.00 έως τις 16.00 για να μας αφήσει να ξεκουραστούμε.

Πολλά προβλήματα αγοριών στο σχολείο ξεκινούν ή οξύνονται από το γεγονός ότι δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε μία δραστηριότητα. Παρόλο που δεν έχουν όλα τα παιδιά την ίδια δυνατότητα συγκέντρωσης, μπορούμε να κάνουμε πολλά για να τα βοηθήσουμε να συγκεντρώνονται καλύτερα. Δραστηριότητες στο ύπαιθρο βοηθούν τα υπερκινητικά παιδιά να εκτονωθούν, ενώ αντίθετα το «παρκάρισμα» μπροστά σε μια οθόνη αυξάνει την εσωτερική τους ένταση. Ό,τι δραστηριότητα μπορούμε να κάνουμε μαζί με τα παιδιά που τα ευχαριστεί και τους κρατάει την προσοχή, όπως παζλ, επιτραπέζια, να τους διαβάζουμε ή να τους διηγούμαστε, χαρτιά (αρέσουν και στα πιο μεγάλα παιδιά), αυτοσχέδια κουίζ ερωτήσεων, μαγείρεμα (ναι, αρέσει και στα αγόρια), κατασκευές, μαστορέματα, ψάρεμα, τα μαθαίνει να εστιάζουν σε ένα στόχο και να μην αποσπώνται με το παραμικρό.

Αν αρχίσουν τα παράπονα από το νηπιαγωγείο, προσπαθήστε να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει. Καμιά φορά οι συνθήκες είναι τόσο πιεστικές για δασκάλες και παιδιά, που ένα ζωηρό παιδί είναι πράγματι σαν τον ταύρο στο υαλοπωλείο. Αν είναι έτσι, ίσως χρειάζεται να αλλάξει σχολείο. Σκεφτείτε, επίσης, ότι έπειτα από 6 ή 8 ώρες «περιορισμού», ένα ζωηρό παιδί χρειάζεται ξεκούραση, ηρεμία αλλά και χώρο για παιχνίδι, ει δυνατόν στο ύπαιθρο. Αν και εμείς το παρατηρούμε και οι δάσκαλοι αναφέρουν ότι το παιδί είναι υπερβολικά κινητικό, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, βαριέται εύκολα, μοιάζει να μην έχει αίσθηση του κινδύνου, πέφτει συχνά, είναι υπερβολικά «άτακτο», ίσως πρέπει να εξετάσουμε, με τη βοήθεια ενός παιδοψυχολόγου (υπάρχουν και ειδικά διαγνωστικά κέντρα σε πολλές περιοχές της χώρας), την πιθανότητα να πάσχει από Διαταραχή Εστίασης Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), οπότε θα χρειαστεί ειδική αγωγή.


Η κ. Λουίζα Βογιατζή είναι συμβουλευτική ψυχολόγος.