Στις μέρες μας, η μικροβιακή αντοχή αποτελεί μια συνεχώς εξελισσόμενη κρίση δημόσιας υγείας, τόσο στον αναπτυσσόμενο όσο και στον ανεπτυγμένο κόσμο. Διανύουμε την εποχή της Παν-Αντοχής αφού σε αρκετές χώρες, όπως και στη δική μας, ασθενείς εμφανίζουν λοιμώξεις, ακόμα και απειλητικές για τη ζωή, από βακτήρια ανθεκτικά σε όλα σχεδόν τα διαθέσιμα αντιβιοτικά.

Τέτοια βακτήρια έχουν επιμολύνει το περιβάλλον και τα ζώα και μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο μέσω της επαφής ή της τροφικής αλυσίδας.

Λοιμώξεις χωρίς θεραπεία

Τα υπερβακτήρια (superbugs) είναι βακτήρια που έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα στα περισσότερα ή και σε όλα τα γνωστά αντιβιοτικά. Αυτό τα καθιστά εξαιρετικά δύσκολα στη θεραπεία, με αποτέλεσμα να επιβιώνουν ώστε να πολλαπλασιάζονται ελεύθερα και να μεταφέρουν την αντοχή στις επόμενες γενιές μικροβίων. Έτσι, επικρατούν και αναπτύσσονται σε ανθρώπους και ζώα.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει χαρακτηρίσει τη μικροβιακή αντοχή ως «μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια δημόσια υγεία και ανάπτυξη» καθώς τα υπερβακτήρια:

  • Μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρες λοιμώξεις που δεν ανταποκρίνονται στα συνήθη αντιβιοτικά.
  • Δυσκολεύουν τις χειρουργικές επεμβάσεις και τις θεραπείες (π.χ., χημειοθεραπείες, μεταμοσχεύσεις).
  • Αυξάνουν το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης λόγω της ανάγκης για ισχυρότερα (και ακριβότερα) φάρμακα.
  • Εξαπλώνονται εύκολα σε νοσοκομεία και γηροκομεία θέτοντας σε κίνδυνο ευπαθείς ομάδες.

Το κόστος της μικροβιακής αντοχής

Εκτιμάται ότι κάθε χρόνο οι δαπάνες για την υγεία και τη μείωση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού λόγω της μικροβιακής αντοχής για τις χώρες της Ε.Ε. ανέρχονται σε περίπου 11,7 δισ. ευρώ. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μικροβιακή αντοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετο κόστος υγειονομικής περίθαλψης ύψους 1 τρισ. δολαρίων ετησίως έως το 2050.

Ολιστική αντιμετώπιση στην πολυανθεκτικότητα

Η αυξημένη χρήση αντιβιοτικών ενισχύει την εξάπλωση των υπερβακτηρίων, ωστόσο δεν είναι η μόνη αιτία, σύμφωνα με επιστήμονες από τη Βρετανία και τη Νορβηγία. Η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά αποτελεί θέμα έρευνας εδώ και δεκαετίες και τα δεδομένα επιτήρησης από προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει σταθερά μια συσχέτιση μεταξύ της λήψης αντιβιοτικών και της αυξημένης συχνότητας εμφάνισης πολυανθεκτικότητας (MDR) παγκοσμίως.

Συγκεκριμένα, αναλύοντας δεδομένα εικοσαετίας, ερευνητές από τα πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ και του Όσλο παρατήρησαν ότι η μεγάλη χρήση αντιβιοτικών όντως οδηγεί σε αύξηση των ανθεκτικών στη θεραπεία βακτηρίων σε ορισμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στη μελέτη τους, που δημοσιεύτηκε στο «The Lancet Microbe», αυτό ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του αντιβιοτικού. Φάνηκε επίσης ότι η επιτυχία των γονιδίων ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά εξαρτάται από τη γενετική σύσταση των βακτηρίων που τα φέρουν. Η ερευνητική ομάδα υπογραμμίζει ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να κατανοηθεί πλήρως η συνδυασμένη επίδραση των αντιβιοτικών και άλλων παραγόντων που διαμορφώνουν αυτά τα επίπεδα ανθεκτικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη της μικροβιακής αντοχής αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της δημόσιας υγείας διεθνώς και αφορά την ιατρική, τη γεωργία, την κτηνοτροφία αλλά και το περιβάλλον. Η συνεργασία όλων αναδεικνύεται ως σύγχρονη αναγκαιότητα για την ολιστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση του ζητήματος. Ήδη η επιστημονική κοινότητα σχεδιάζει τη δημιουργία καινοτόμων φαρμάκων και εναλλακτικών θεραπειών.

Αντιβιοτικά: Σωστή χρήση, όχι κατάχρηση

Η σωστή χρήση των αντιβιοτικών είναι ίσως το πιο κρίσιμο όπλο που έχουμε

στη μάχη απέναντι στη μικροβιακή αντοχή. Τα αντιβιοτικά δεν είναι ένα είδος «γενικού φαρμάκου» για κάθε λοίμωξη – δρουν αποκλειστικά εναντίον βακτηρίων, όχι ιών. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν καμία επίδραση στο κοινό κρυολόγημα, στη γρίπη ή στον COVID-19, παρότι πολλά από τα συμπτώματά τους (πυρετός, πονόλαιμος, βήχας) μπορεί να μοιάζουν.

Η λανθασμένη χρήση ξεκινά συχνά από μια καλή πρόθεση: να αναρρώσουμε πιο γρήγορα. Όμως, κάθε φορά που παίρνουμε αντιβιοτικό χωρίς να το έχει συνταγογραφήσει γιατρός, κάθε φορά που διακόπτουμε τη θεραπεία μόλις νιώσουμε καλύτερα ή κρατάμε την υπόλοιπη για «παν ενδεχόμενο», δίνουμε στα βακτήρια την ευκαιρία να επιβιώσουν και να προσαρμοστούν. Όσα δεν εξουδετερώνονται πλήρως εκπαιδεύονται να αντέχουν. Έτσι εμφανίζονται τα ανθεκτικά στελέχη.

Η ιατρική κοινότητα τονίζει ότι πρέπει να λαμβάνουμε αντιβιοτικά μόνο όταν υπάρχει σαφής βακτηριακή λοίμωξη και μόνο με ιατρική συνταγή. Η δόση, η διάρκεια και η συχνότητα καθορίζονται με ακρίβεια γιατί ακόμα και μία χαμένη δόση μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Το να ολοκληρώνουμε την αγωγή –ακόμα κι αν τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει– είναι εξίσου σημαντικό.

Πολύ βασικό είναι επίσης να μη «μοιραζόμαστε» φάρμακα με άλλους, αλλά και να μη χρησιμοποιούμε αντιβιοτικά που έχουν περισσέψει από παλιές θεραπείες. Κάθε λοίμωξη απαιτεί διαφορετικό φάρμακο, σε διαφορετική ποσότητα και για διαφορετικό χρονικό διάστημα.

Ο γιατρός επιλέγει το κατάλληλο αντιβιοτικό με βάση το είδος του μικροβίου, την κλινική εικόνα και, συχνά, τα αποτελέσματα μικροβιολογικών εξετάσεων.

Η ορθολογική χρήση δεν είναι μόνο ατομική ευθύνη, είναι πράξη συλλογικής προστασίας. Όσο περισσότερο σεβόμαστε τη δύναμη των αντιβιοτικών τόσο περισσότερο θα τη διατηρούν για εκείνους που πραγματικά τη χρειάζονται.