Πόσες φορές έχετε απολαύσει ένα χορταστικό γεύμα και μετά από λίγο είπατε ναι σε ένα γλυκό; Οι Ιάπωνες αποτυπώνουν αυτή την ιδέα με ακρίβεια μέσα από τη λέξη betsubara, που σημαίνει «ξεχωριστό στομάχι». Ανατομικά, φυσικά, δεν υπάρχει και άλλο στομάχι, ωστόσο, αυτή η αίσθηση αντανακλά μια σειρά από φυσιολογικές και ψυχολογικές διεργασίες, οι οποίες, συνδυαστικά, καθιστούν το γλυκό ιδιαίτερα δελεαστικό — ακόμη και όταν το κυρίως γεύμα μοιάζει να έχει φτάσει στα όριά μας.
Πόσο καλά ξέρουμε πώς λειτουργεί το στομάχι μας;
Για πολλούς, το στομάχι μοιάζει με έναν στατικό σάκο που γεμίζει σιγά σιγά με τροφή, μέχρι να φτάσει στα όριά του. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευέλικτο όργανο, ικανό να προσαρμόζεται στις ανάγκες μας. Καθώς τρώμε, το στομάχι ενεργοποιεί μια φυσική διαδικασία που ονομάζεται «γαστρική φιλοξενία» (gastric accommodation), κατά την οποία δημιουργείται περισσότερο χώρο χωρίς να αυξάνεται αισθητά η πίεση. Αυτό επιτρέπει στο στομάχι να κάνει χώρο για ακόμα λίγο φαγητό – και αυτό το «λίγο» είναι συνήθως το επιδόρπιο.
Τι λέει η επιστήμη για την όρεξή μας για γλυκό;
Τα γλυκά τρόφιμα έχουν μια ιδιαίτερη επίδραση στον εγκέφαλό μας. Ακόμα και όταν η φυσική πείνα έχει ικανοποιηθεί, το επιδόρπιο μπορεί να ξυπνήσει την «ηδονική πείνα», η οποία είναι η επιθυμία για φαγητό όχι από ανάγκη, αλλά από απόλαυση. Τα γλυκά ενεργοποιούν το σύστημα ντοπαμίνης του εγκεφάλου, το οποίο είναι υπεύθυνο για την αίσθηση της ανταμοιβής και της ευχαρίστησης, ενισχύοντας την επιθυμία για κατανάλωση.
Αυτή η αίσθηση ανταμοιβής μπορεί να υποβαθμίσει τα σήματα κορεσμού, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι υπάρχει ακόμη χώρος για γλυκό – παρά το γεγονός ότι το στομάχι μας έχει ήδη γεμίσει από το κυρίως πιάτο.
Επίσης, η αλλαγή γεύσης παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στο να καταφέρουμε να ενδώσουμε στον πειρασμό του γλυκού. Όταν καταναλώνουμε το κυρίως πιάτο, ο εγκέφαλός μας αρχίζει να προσαρμόζεται στις γεύσεις του φαγητού. Όμως, το γλυκό επαναφέρει την όρεξή μας. Αυτή η φρέσκια, καινούργια γεύση ενεργοποιεί ξανά το σύστημα ανταμοιβής, καθιστώντας το γλυκό εξαιρετικά ελκυστικό.
Το επιδόρπιο επομένως συχνά ανανεώνει την επιθυμία για φαγητό ακριβώς επειδή είναι διαφορετικό από το υπόλοιπο γεύμα. Όταν το κυρίως πιάτο δεν είναι πια ενδιαφέρον, το γλυκό εμφανίζεται ως μια νέα και συναρπαστική πρόταση.
Ο χρόνος επηρεάζει την αντίδραση του σώματος
Ο εγκέφαλος και το στομάχι δεν στέλνουν σήματα κορεσμού αμέσως. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι ορμόνες κορεσμού, αυξάνονται σταδιακά και συνήθως χρειάζονται από 20 έως 40 λεπτά για να προκαλέσουν μια πλήρη αίσθηση κορεσμού. Πολλοί άνθρωποι αποφασίζουν για το επιδόρπιο πριν αυτή η ορμονική αντίδραση έχει πλήρως κατασταλάξει, επιτρέποντας στο σύστημα ανταμοιβής να επηρεάσει τις επιλογές τους.
Το γλυκό ως επιβράβευση και η κοινωνική επιρροή
Ακόμα κι όταν το σώμα μας μάς στέλνει το μήνυμα ότι έχουμε χορτάσει, το κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο συχνά μας ωθεί προς την κατανάλωση γλυκών. Τα επιδόρπια είναι στενά συνδεδεμένα με τις γιορτές, την απόλαυση και τη χαρά, ενώ από μικρή ηλικία μαθαίνουμε να τα αντιλαμβανόμαστε ως επιβράβευση ή ως αναπόσπαστο μέρος των ιδιαίτερων στιγμών. Με αυτόν τον τρόπο, η κατανάλωση του μετά το φαγητό δεν προκύπτει μόνο από σωματική ανάγκη, αλλά και από κοινωνικές συνήθειες και συναισθηματικές προσδοκίες. Συχνά μάλιστα επικρατεί η αίσθηση ότι χωρίς το επιδόρπιο το γεύμα ή η εκδήλωση δεν είναι πλήρης, γεγονός που ενισχύει την επιθυμία για γλυκό ακόμα και όταν δεν πεινάμε πραγματικά.
