Η σχέση μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ και καρκίνου είναι εδώ και δεκαετίες αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Νεότερα δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στο BMJ Global Health έρχονται να φωτίσουν πιο λεπτομερώς έναν συγκεκριμένο κίνδυνο: τον καρκίνο του στόματος και των ιστών που καλύπτουν τη στοματική κοιλότητα.
Η μελέτη δείχνει ότι ακόμη και πολύ χαμηλές ποσότητες αλκοόλ συνδέονται με μετρήσιμη αύξηση του κινδύνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα περιστασιακό ποτό οδηγεί αυτόματα σε ασθένεια, αλλά ότι σε επίπεδο πληθυσμού, η κατανάλωση αλκοόλ συμβάλλει σταδιακά στη συνολική πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.
Πόσο μικρές ποσότητες εξετάστηκαν
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από μεγάλους πληθυσμούς και κατέληξαν ότι ακόμη και περίπου 2 γραμμάρια αλκοόλ την ημέρα – ποσότητα που αντιστοιχεί σε ελάχιστη γουλιά μπίρας ή κρασιού – συσχετίζεται με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του στοματικού βλεννογόνου.
Όταν η κατανάλωση φτάνει το ένα τυπικό ποτό την ημέρα (περίπου 9 γραμμάρια αλκοόλ), η αύξηση του κινδύνου γίνεται πιο εμφανής σε στατιστικό επίπεδο. Πρόκειται όμως για σχετικές αυξήσεις, όχι για βεβαιότητες: οι περισσότεροι άνθρωποι που πίνουν μικρές ποσότητες αλκοόλ δεν θα εμφανίσουν καρκίνο του στόματος.
Ο ρόλος του καπνού είναι καθοριστικός
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της μελέτης είναι ότι το αλκοόλ λειτουργεί κυρίως ως ενισχυτικός παράγοντας όταν συνυπάρχει με τον καπνό. Το κάπνισμα και ιδιαίτερα το μάσημα καπνού παραμένουν οι ισχυρότεροι παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του στόματος.
Όταν αλκοόλ και καπνός συνδυάζονται, ο κίνδυνος δεν απλώς προστίθεται, αλλά πολλαπλασιάζεται. Αυτό εξηγεί γιατί σε περιοχές όπου είναι διαδεδομένη η χρήση καπνού στο στόμα, όπως σε χώρες της Νότιας Ασίας, τα ποσοστά της νόσου είναι ιδιαίτερα υψηλά.
Γιατί το αλκοόλ επηρεάζει το στόμα
Το αλκοόλ δεν δρα μόνο μέσω της γενικής επίδρασής του στον οργανισμό. Στο στόμα έρχεται σε άμεση επαφή με τους ιστούς και μπορεί να μεταβάλει τη δομή του προστατευτικού τους φραγμού. Αυτό καθιστά τα κύτταρα πιο ευάλωτα σε βλαβερές ουσίες, ιδιαίτερα σε εκείνες που περιέχονται στον καπνό.
Επιπλέον, κατά τον μεταβολισμό του αλκοόλ παράγεται μια ουσία με καρκινογόνο δράση, η οποία μπορεί να συσσωρευτεί στη στοματική κοιλότητα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών δεν είναι «αθώα» συνήθεια για την υγεία του στόματος. Μπορεί η περιστασιακή ή χαμηλή κατανάλωση να ενέχει μικρό ατομικό κίνδυνο, όμως σε επίπεδο δημόσιας υγείας επηρεάζει τη συνολική συχνότητα της νόσου.
Η μείωση ή η αποφυγή του καπνού παραμένει το πιο σημαντικό βήμα πρόληψης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο περιορισμός του αλκοόλ λειτουργεί συμπληρωματικά, μειώνοντας έναν επιπλέον επιβαρυντικό παράγοντα.
Με άλλα λόγια, οι επιλογές που προστατεύουν τον στοματικό βλεννογόνο – λιγότερο κάπνισμα, μέτρο στο ποτό και καλή στοματική υγιεινή – έχουν πραγματικό, σωρευτικό όφελος, ακόμη κι αν καθεμία από μόνη της φαίνεται μικρή.
