Γνωστή παγκοσμίως για τη βιοποικιλότητα και τον πολιτισμό της, η Βραζιλία φαίνεται πως κρύβει και ένα πολύτιμο επιστημονικό «εργαστήριο» για την κατανόηση της ανθρώπινης μακροζωίας. Νέα επιστημονική ανάλυση υποδεικνύει ότι οι υπεραιωνόβιοι της χώρας – άνθρωποι που ξεπερνούν τα 110 χρόνια ζωής – διαθέτουν μοναδικά βιολογικά χαρακτηριστικά, ικανά να ανατρέψουν όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τη γήρανση.
Η Βραζιλία στο επίκεντρο της έρευνας για τη μακροζωία
Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Genomic Psychiatry, η καθηγήτρια Μαγιάνα Ζατζ και η ερευνητική της ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο υποστηρίζουν ότι η Βραζιλία αποτελεί έναν από τους πιο υποτιμημένους, αλλά εξαιρετικά πολύτιμους, τόπους για τη μελέτη της ακραίας ανθρώπινης μακροζωίας.
Η ανάλυση βασίζεται σε πολυετή πανεθνική μελέτη υπεραιωνόβιων ατόμων, σε συνδυασμό με τα πιο πρόσφατα διεθνή δεδομένα για τη βιολογία των λεγόμενων υπεραιωνόβιων (supercentenarians).
Γιατί η ζωή μετά τα 110 παραμένει επιστημονικό αίνιγμα
Παρά τη σημαντική πρόοδο της ιατρικής και της δημόσιας υγείας, ελάχιστοι άνθρωποι καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα 110 χρόνια. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, ένας βασικός λόγος είναι ότι τα περισσότερα μεγάλα γονιδιωματικά αρχεία παγκοσμίως εστιάζουν κυρίως σε γενετικά ομοιογενείς πληθυσμούς.
Αυτό αφήνει εκτός ανάλυσης πληθυσμούς με μικτή καταγωγή, οι οποίοι ενδέχεται να φέρουν σπάνιες προστατευτικές γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τη μακροζωία και την ανθεκτικότητα του οργανισμού.
Ένας από τους πιο γενετικά ποικιλόμορφους πληθυσμούς στον κόσμο
Η ιστορική διαδρομή της Βραζιλίας – από την αποικιοκρατία και τη μεταφορά εκατομμυρίων Αφρικανών, έως τη μαζική μετανάστευση Ευρωπαίων και Ιαπώνων – έχει δημιουργήσει έναν πληθυσμό με εξαιρετικά υψηλή γενετική ποικιλότητα.
Γονιδιωματικές αναλύσεις σε Βραζιλιάνους άνω των 60 ετών έχουν ήδη αποκαλύψει εκατομμύρια γενετικές παραλλαγές που δεν είχαν καταγραφεί στο παρελθόν, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της χώρας ως «χαμένου κρίκου» στη μελέτη της ανθρώπινης γήρανσης.
Ένα σπάνιο δείγμα υπεραιωνόβιων
Η ερευνητική ομάδα έχει δημιουργήσει μία από τις πιο εντυπωσιακές βάσεις δεδομένων διεθνώς, με περισσότερους από 160 αιωνόβιους και 20 επιβεβαιωμένους υπεραιωνόβιους από διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και η αδελφή Inah, η οποία αναγνωρίστηκε ως ο γηραιότερος άνθρωπος στον κόσμο μέχρι τον θάνατό της το 2025, σε ηλικία 116 ετών. Στο ίδιο δείγμα καταγράφηκαν και οι δύο γηραιότεροι άνδρες παγκοσμίως.
Μακροζωία χωρίς σύγχρονες ανέσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες υπηρεσίες υγείας. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί διατηρούσαν πνευματική διαύγεια και λειτουργική αυτονομία μέχρι πολύ προχωρημένη ηλικία.
Το εύρημα αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι η μακροζωία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις ιατρικές παρεμβάσεις, αλλά και από βαθύτερους βιολογικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας.
Οικογενειακή υπόθεση…
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση οικογένειας με μία γυναίκα 110 ετών και τρεις ανιψιές ηλικίας άνω των 100 ετών. Μάλιστα, μία από αυτές αγωνιζόταν σε αγώνες κολύμβησης ακόμη και στα 100 της χρόνια.
Τα δεδομένα αυτά συμφωνούν με παλαιότερες μελέτες που δείχνουν ότι οι συγγενείς αιωνόβιων έχουν πολλαπλάσια πιθανότητα να φτάσουν και οι ίδιοι σε εξαιρετικά μεγάλη ηλικία.
Τι κάνει βιολογικά ξεχωριστούς τους υπεραιωνόβιους
Σύγχρονες ανοσολογικές και κυτταρικές αναλύσεις δείχνουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα των υπεραιωνόβιων διατηρεί χαρακτηριστικά που θυμίζουν πολύ νεότερα άτομα. Οι μηχανισμοί επιδιόρθωσης και «καθαρισμού» των κυττάρων παραμένουν ενεργοί, ενώ ειδικά ανοσοκύτταρα φαίνεται να συμβάλλουν στη διατήρηση της άμυνας του οργανισμού.
Σε αντίθεση με άλλους πληθυσμούς υπεραιωνόβιων, οι Βραζιλιάνοι της μελέτης δεν ακολουθούσαν περιοριστική διατροφή, γεγονός που ενισχύει τον καθοριστικό ρόλο της γενετικής ανθεκτικότητας.
Ανθεκτικότητα ακόμη και σε πανδημικές απειλές
Εντυπωσιακό είναι επίσης ότι τρεις υπεραιωνόβιοι του δείγματος επιβίωσαν από λοίμωξη COVID-19 πριν την κυκλοφορία των εμβολίων, αναπτύσσοντας ισχυρή ανοσολογική απόκριση. Το εύρημα αυτό προκαλεί ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για ηλικιακή ομάδα που θεωρείται εξαιρετικά ευάλωτη.

