Υπάρχει άραγε τρόπος να αξιοποιηθεί ο φυσικός μηχανισμός άμυνας του οργανισμού στην καταπολέμηση του καρκίνου — συγκεκριμένα ένα σπάνιο αντίσωμα — και να μετατραπεί σε θεραπεία; Ίσως, σύμφωνα με τα πρώτα ερευνητικά δεδομένα.
Παρότι πολλοί καρκίνοι αναπτύσσονται, εξαπλώνονται και μπορεί να αποβούν μοιραίοι όταν δεν αντιμετωπίζονται, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο όγκος υποχωρεί από μόνος του ή παραμένει στάσιμος. Παραμένει στο σώμα χωρίς να προκαλεί συμπτώματα, ένα φαινόμενο που έρχεται σε αντίθεση με όσα θεωρούμε δεδομένα για την συμπεριφορά του καρκίνου.
Ο Δρ. Edward Patz, που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της καριέρας του στη μελέτη του καρκίνου στο Duke University, ερευνά εδώ και χρόνια αυτούς τους «αβλαβείς» όγκους και υποστηρίζει ότι μπορεί να κρύβουν πολύτιμες πληροφορίες για την ανάπτυξη νέων θεραπειών.
Το αποτέλεσμα της πολυετούς έρευνας του είναι μία πειραματική θεραπεία, η οποία μέχρι στιγμής έχει δοκιμαστεί μόνο σε μικρό αριθμό ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, όπως αναφέρει δημοσίευμα των New York Times, όμως πολλά υποσχόμενα φάρμακα συχνά αποτυγχάνουν όταν δοκιμάζονται σε μεγαλύτερες και αυστηρότερες κλινικές μελέτες.
Το στοιχείο που έλειπε από δεκαετίες έρευνας
Η αναζήτηση του Δρ. Patz ξεκίνησε πριν από δεκαετίες, όταν προσπάθησε να κατανοήσει γιατί οι όγκοι που στις απεικονίσεις φαίνονταν σχεδόν ίδιοι, συμπεριφέρονταν τόσο διαφορετικά όταν εξετάζονταν από παθολογοανατόμους ή αναλύονταν σε βάθος. Κάποιοι εξελίσσονταν αργά και προβλέψιμα, ενώ άλλοι αποδεικνύονταν εξαιρετικά επιθετικοί.
Για να βρει απαντήσεις, στράφηκε σε δείγματα από ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα. «Συλλέγαμε δείγματα επί 25 χρόνια από ανθρώπους που μόλις είχαν διαγνωστεί», ανέφερε. Σταδιακά δημιούργησε μια βάση δεδομένων με δείγματα όγκων, αίματος και λεπτομερή αρχεία που έδειχναν ποιοι ασθενείς έχασαν γρήγορα τη μάχη και ποιοι κατάφεραν να ζήσουν περισσότερο.
Ο Δρ. Patz αναρωτήθηκε αρχικά αν υπήρχαν συγκεκριμένα γονίδια στους όγκους των ασθενών που δεν εμφάνισαν υποτροπή ή αν ορισμένες πρωτεΐνες στο αίμα προέρχονταν από αυτούς τους όγκους. Ωστόσο, η ομάδα του δεν βρήκε κανένα αντίστοιχο εύρημα.
Στη συνέχεια στράφηκε στον αποθηκευμένο ορό των ασθενών — το διαυγές, κιτρινωπό τμήμα του αίματος χωρίς τα ερυθρά αιμοσφαίρια — αναζητώντας κάποιο ίχνος ότι ο οργανισμός είχε επιτεθεί στα καρκινικά κύτταρα.
Εκεί εντόπισε αυτό που έψαχνε: ένα αντίσωμα, το GT103. Αναλύοντας ορούς αρκετών εκατοντάδων ασθενών, ο Δρ. Patz κατέληξε στην συμπέρασμα ότι η παρουσία του GT103 μπορεί να αποτελεί ένδειξη πως ένας ασθενής με καρκίνο του πνεύμονα «τα πηγαίνει πολύ καλύτερα όταν βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο της νόσου».
Το υποσχόμενο αντίσωμα GT103
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, το GT103 φάνηκε να εμποδίζει τα καρκινικά κύτταρα να αξιοποιήσουν μια μοριακή «ασπίδα» —τον παράγοντα H του συμπληρώματος— η οποία τα βοηθά να «ξεφεύγουν» από το ανοσοποιητικό σύστημα. Το αντίσωμα ουσιαστικά «μπλοκάρει» αυτήν την ασπίδα, επιτρέποντας σε έναν φυσικό μηχανισμό του ανοσοποιητικού να αναγνωρίσει και να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα.
Το επόμενο βήμα ήταν η παραγωγή του GT103 σε μεγαλύτερη κλίμακα, ώστε να μπορέσει να δοκιμαστεί ως πιθανή θεραπεία. Οι περαιτέρω μελέτες έδειξαν ότι το αντίσωμα ήταν αποτελεσματικό σε πειραματόζωα, ανοίγοντας τον δρόμο για την πρώτη φάση κλινικών δοκιμών σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα.
Στη μελέτη συμμετείχαν 31 ασθενείς στους οποίους οι καθιερωμένες θεραπείες δεν είχαν αποδώσει. Αν και οι όγκοι δεν συρρικνώθηκαν, σταμάτησαν να αναπτύσσονται, έστω και προσωρινά, σε περίπου ένα τρίτο των συμμετεχόντων, σύμφωνα με τα ευρήματα.
Στην συνέχεια ακολούθησε η προσπάθεια των ερευνητών να ενισχυθεί η δράση του αντισώματος μέσω συνδυασμού με ανοσοθεραπεία. Λειτούργησε όμως, ο συνδυασμός; Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη. Αν ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών είχε θεραπευτεί, θα ήταν εμφανές — όμως αυτό δεν συνέβη. Οι όγκοι φάνηκαν να σταθεροποιούνται στους περισσότερους, αλλά σε ορισμένους άρχισαν να αναπτύσσονται ξανά.
Ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση
Παρόλο που τα αποτελέσματα συνολικά ήταν μάλλον περιορισμένα, υπήρξε ένα εύρημα που ξεχώρισε: Σε έναν από τους ασθενείς, ο όγκος εξαφανίστηκε πλήρως, αναφέρουν οι ερευνητές. «Εδώ και δύο χρόνια, οι απεικονιστικές του εξετάσεις δεν έχουν δείξει κανένα ίχνος της νόσου» αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Το αποτέλεσμα αυτό είναι αναμφίβολα ενθαρρυντικό, όμως δεν αρκεί για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Απαιτούνται πολύ μεγαλύτερες, αυστηρά ελεγχόμενες μελέτες για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας.
«Πρέπει να μελετήσουμε εκατοντάδες ασθενείς», τόνισαν οι ερευνητές, καταλήγοντας.
