Όταν ακούμε τη φράση «υψηλή απόδοση», το μυαλό μας πάει συνήθως σε εξετάσεις, αγώνες ή απαιτητικές δοκιμασίες. Ωστόσο, μπορούμε να επιδιώκουμε υψηλότερη απόδοση σε οτιδήποτε κάνουμε στην καθημερινότητά μας, από τον τρόπο που δουλεύουμε μέχρι το πώς διαχειριζόμαστε τις μικρές μας συνήθειες. Για να τα καταφέρουμε, χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια.
Όταν μια δραστηριότητα μάς φαίνεται λιγότερο κουραστική, τότε μπορούμε να μείνουμε συγκεντρωμένοι για περισσότερη ώρα και να αποδώσουμε καλύτερα χωρίς να εξαντλούμαστε. Με άλλα λόγια, αν μειώσουμε το υποκειμενικό βάρος μιας εργασίας, αυξάνουμε αυτόματα την πραγματική μας αντοχή.
Αντιληπτή προσπάθεια και απόδοση
Φανταστείτε ότι τρέχετε σε έναν διάδρομο και κάποιος ανεβάζει σταδιακά την ταχύτητα. Κάποια στιγμή η προσπάθεια θα αρχίσει να γίνεται υπερβολική και θα αποφασίσετε να σταματήσετε. Η αίσθηση της προσπάθειας αυξάνεται όταν αυτό που κάνετε γίνεται αντικειμενικά πιο απαιτητικό. Ωστόσο, οι ίδιες ακριβώς ενέργειες μπορούν να σας φαίνονται άλλοτε πιο εύκολες και άλλοτε πιο δύσκολες, ανάλογα με τις συνθήκες.
Σίγουρα το έχετε νιώσει… Υπάρχουν μέρες που η καθημερινή σας ρουτίνα κυλάει χωρίς κόπο και άλλες που μοιάζει ξαφνικά βαρύτερη, παρότι στην πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Το θέμα της αντιληπτής προσπάθειας έχει μελετηθεί εκτενώς στα αθλήματα αντοχής, όπως το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων ή η ποδηλασία. Ωστόσο, πολλές από τις ίδιες αρχές -και ορισμένες από τις ίδιες τεχνικές- ισχύουν και για δραστηριότητες που απαιτούν καθαρά πνευματική αντοχή.
Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι παράγοντες όπως η μουσική, μπορούν να μειώσουν την αίσθηση κόπου.
Τι επηρεάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κόπωση;
Στον τομέα της πνευματικής προσπάθειας, το εύρος των παραγόντων που επηρεάζουν το πώς αντιλαμβάνεστε την κόπωση είναι πραγματικά μεγάλο. Οι προσδοκίες σας μπορούν να μειώσουν την αντιληπτή προσπάθεια. Για παράδειγμα, πιθανότατα έχετε παρατηρήσει ότι εάν ξεκινήσετε μια απαιτητική εργασία με ένα μικρό, εύκολο πρώτο βήμα, η αίσθηση της δυσκολίας μειώνεται.
Από την άλλη, ένα βασικό πλεονέκτημα των συνηθειών είναι ότι μειώνουν την αίσθηση του κόπου. Μια συμπεριφορά που έχει γίνει συνήθεια σας φαίνεται πολύ πιο εύκολη σε σχέση με την ίδια συμπεριφορά όταν είναι καινούργια. Οι συνήθειες και οι ρουτίνες είναι τόσο ισχυρά εργαλεία για υψηλότερη απόδοση ακριβώς επειδή μειώνουν την ανάγκη για αυτοέλεγχο.
Υπάρχουν επίσης πολλοί άλλοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το πόσο απαιτητική σας φαίνεται μια συγκεκριμένη ενέργεια, όπως η κούραση, η πείνα ή η ζέστη. Το ίδιο ισχύει και για την παρουσία άλλων ανθρώπων, το αν βρίσκεστε στη φύση ή σε ένα όμορφο περιβάλλον, αλλά και για το πόσο ακόμη περιμένετε ότι θα χρειαστεί να συνεχίσετε την ίδια προσπάθεια (μια δραστηριότητα συχνά φαίνεται πιο εύκολη όταν ξέρετε ότι πλησιάζετε στο τέλος).
Ακόμη και η ύπαρξη ή μη ενός ξεκάθαρου χρονικού ορίου παίζει ρόλο· το να περιμένετε χωρίς να ξέρετε για πόσο, κάνει την αναμονή να μοιάζει πολύ πιο κουραστική.
Σημασία έχει επίσης το σχετικό βάρος μιας εργασίας σε σχέση με άλλες υποχρεώσεις. Το να τακτοποιήσετε, για παράδειγμα, μπορεί να σας φαίνεται παιχνιδάκι όταν η εναλλακτική είναι να διαβάσετε για εξετάσεις, αλλά πολύ πιο δύσκολο όταν η εναλλακτική είναι να χαλαρώσετε βλέποντας την αγαπημένη σας σειρά.
Και φυσικά, η φυσική κατάσταση ή η εξοικείωση με ένα επίπεδο προσπάθειας επηρεάζει έντονα το πώς βιώνετε την κόπωση. Όσο πιο «γυμνασμένοι» είστε, σωματικά ή πνευματικά, τόσο πιο εύκολα αντέχετε να λειτουργείτε κοντά στα όριά σας. Οι αθλητές, για παράδειγμα, ανέχονται πολύ καλύτερα τη σωματική δυσφορία της έντονης προσπάθειας. Είναι πολύ πιθανό το ίδιο να ισχύει και για όσους έχουν συνηθίσει σε υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης και πνευματικής αντοχής.
