Οι εμβοές μπορεί να ακούγονται σαν μια μικρή ενόχληση, όμως για πολλούς ανθρώπους εξελίσσονται σε πρόβλημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα και την επαγγελματική τους ζωή. Νέα έρευνα από το Anglia Ruskin University αποκαλύπτει ότι ανάμεσα σε όσους αναζητούν βοήθεια για ενοχλητικές εμβοές, το 19% ανέφερε πως αναγκάστηκε να μειώσει τις ώρες που εργάζεται ή ακόμα και να σταματήσει εντελώς.
Οι εμβοές, εκείνος ο επίμονος ήχος κουδουνίσματος, βουητού ή βόμβου στα αυτιά χωρίς καμία εξωτερική πηγή, επηρεάζουν περίπου το 15% του πληθυσμού. Οι περισσότεροι άνθρωποι καταφέρνουν με τον καιρό να μάθουν να ζουν με την ενόχληση. Για όσους όμως δεν μπορούν να την αγνοήσουν, η κατάσταση μετατρέπεται σε έναν παράγοντα που επιβαρύνει την επαγγελματική τους ζωή, συχνά χωρίς να αναγνωρίζεται επαρκώς.
Όταν η ησυχία γίνεται αφόρητη
Οι επιστήμονες μελέτησαν 449 ενήλικες που αναζήτησαν βοήθεια για τις εμβοές τους, ανθρώπους που ζούσαν με την κατάσταση κατά μέσο όρο επί 12 χρόνια. Οι περισσότεροι βρίσκονταν στα μέσα της δεκαετίας των 50 και εξακολουθούσαν να εργάζονται. Η ερευνητική ομάδα θέλησε να εξετάσει κάτι που μέχρι σήμερα δεν είχε μελετηθεί σε βάθος: πώς επηρεάζει ένας συνεχής, ενοχλητικός ήχος την ικανότητα κάποιου να κάνει τη δουλειά του.
Η απάντηση προέκυψε σε δύο επίπεδα. Πρώτα, υπήρχαν οι αριθμοί. Πριν από οποιαδήποτε θεραπεία, το 81% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι εξακολουθούσε να διατηρεί το κανονικό του ωράριο παρά τις εμβοές. Όμως το υπόλοιπο 19% είχε ήδη κάνει σημαντικές αλλαγές: μείωση ωρών ή και πρόωρη αποχώρηση από την εργασία. Σε ολόκληρο το δείγμα, το 57% ανέφερε ότι ένιωθε τουλάχιστον κάπως λιγότερο αποτελεσματικό στη δουλειά, με πολλούς να δυσκολεύονται σε καθήκοντα που παλαιότερα εκτελούσαν με ευκολία.
Μετά ήρθαν οι προσωπικές ιστορίες. Όταν οι ερευνητές ζήτησαν από 310 συμμετέχοντες να περιγράψουν πώς οι εμβοές επηρέαζαν την εργασία τους, το 72% ανέφερε αρνητικές συνέπειες. Τα προβλήματα ακολουθούσαν συγκεκριμένα μοτίβα: δυσκολία συγκέντρωσης σε ήσυχα γραφεία, καθυστερημένη διεκπεραίωση ακόμα και γνωστών καθηκόντων, αυξημένα λάθη και κόπωση εξαιτίας κακού ύπνου.
Οι εμβοές «φρενάρουν» την επικοινωνία και την καριέρα
Η επικοινωνία μετατράπηκε σε καθημερινή πρόκληση. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι έχαναν σημαντικές πληροφορίες σε συναντήσεις, δυσκολεύονταν να ακούσουν συναδέλφους που μιλούσαν χαμηλόφωνα και έβρισκαν τις τηλεφωνικές κλήσεις εξαντλητικές. Κάποιοι αποσύρονταν από ομαδικά έργα. Άλλοι ακύρωναν συναντήσεις όταν το βουητό γινόταν υπερβολικά έντονο.
Οι αλλαγές στην επαγγελματική πορεία ήταν αναπόφευκτες για πολλούς. Κάποιοι μετακινήθηκαν από θέσεις με άμεση επαφή με πελάτες σε πιο διοικητικά καθήκοντα. Άλλοι εγκατέλειψαν επαγγέλματα για τα οποία είχαν εκπαιδευτεί επί χρόνια. Ένας μουσικός σταμάτησε να εμφανίζεται σε συναυλίες επειδή δεν μπορούσε πλέον να αντέξει τους θορυβώδεις χώρους. Άνθρωποι που αγαπούσαν τη δουλειά τους ανέφεραν ότι το άγχος, η απογοήτευση και η ευερεθιστότητα είχαν «κλέψει» κάθε χαρά από αυτή.
Το αόρατο βάρος που εξαντλεί τον νου
Υπάρχει λόγος που οι εμβοές επηρεάζουν τόσο έντονα την απόδοση στην εργασία. Ο εγκέφαλος αντιμετωπίζει το βουητό σαν πραγματικό θόρυβο που απαιτεί την προσοχή μας. Σε περιβάλλοντα που απαιτούν συγκέντρωση, δηλαδή στα περισσότερα σύγχρονα επαγγέλματα, οι εμβοές δημιουργούν μια συνεχή γνωστική παρεμβολή. Καθήκοντα που κάποτε εκτελούνταν αυτόματα τώρα απαιτούν συνειδητή προσπάθεια.
Όσοι ταλαιπωρούνται από έντονες εμβοές συχνά αντιμετωπίζουν επίσης άγχος, κατάθλιψη και αϋπνία, παράγοντες που επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ο κακός ύπνος σημαίνει ότι κάποιος φτάνει στη δουλειά ήδη εξαντλημένος. Το άγχος εντείνει τη δυσφορία, ενώ στη περίπτωση κατάθλιψης τα κίνητρα μειώνονται. Όπως περιγράφουν οι ερευνητές, πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που σταδιακά φθείρει την απόδοση.
Τι βοήθησε πραγματικά με τις εμβοές
Διακόσιοι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν ένα διαδικτυακό πρόγραμμα γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας ειδικά σχεδιασμένο για τις εμβοές. Σε διάστημα οκτώ εβδομάδων, εργάστηκαν πάνω σε ενότητες που εξηγούσαν πώς λειτουργούν οι εμβοές, τεχνικές χαλάρωσης, στρατηγικές βελτίωσης του ύπνου, διαχείριση της προσοχής και συμβουλές μακροπρόθεσμης αντιμετώπισης. Ένας ειδικός στις εμβοές παρακολουθούσε την πρόοδό τους και απαντούσε σε ερωτήσεις.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύτηκαν στο Brain Sciences, έδειξαν ουσιαστική βελτίωση. Πριν από τη θεραπεία, οι συμμετέχοντες αξιολογούσαν τη δυσφορία από τις εμβοές στο 52,5 σε μια κλίμακα 100 βαθμών. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, ο αριθμός αυτός έπεσε στο 33,1 και παρέμεινε χαμηλός, στο 29,1, δύο μήνες αργότερα. Βελτίωση σημειώθηκε επίσης στα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και αϋπνίας.
Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ότι πολλοί άνθρωποι μπόρεσαν να επιστρέψουν στην εργασία τους. Μετά τη θεραπεία, το 91% δήλωσε ότι οι εμβοές δεν τους ανάγκασαν πλέον να μειώσουν τον χρόνο εργασίας τους, σε σύγκριση με το 81% πριν από την έναρξη του προγράμματος. Ανάμεσα σε όσους ολοκλήρωσαν την αξιολόγηση δύο μήνες αργότερα, το 75% ανέφερε ότι δεν ήταν πλέον λιγότερο αποτελεσματικοί στη δουλειά τους, ποσοστό που πριν από τη θεραπεία ήταν μόλις 43%.
Παρότι το πρόγραμμα γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας δεν εξαφάνισε το πρόβλημα, βοήθησε τους συμμετέχοντες να το διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά και να το αγνοούν ευκολότερα κατά την εκτέλεση εργασιακών καθηκόντων.
