Η χοληστερόλη δεν είναι απλώς ένας δείκτης σε μια εξέταση αίματος. Πρόκειται για έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες για την υγεία της καρδιάς μας. Και καθώς οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η κορυφαία αιτία θανάτου παγκοσμίως, οι νέες συστάσεις της American Heart Association αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Με δεδομένο ότι δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με υψηλή χοληστερόλη, συχνά χωρίς να το γνωρίζουν, οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο τους γιατρούς, αλλά όλους μας. Οι νέες συστάσεις δεν αναθεωρούν απλώς τα όρια και τις εξετάσεις· αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο, τον χρόνο παρέμβασης και το τι σημαίνει πραγματικά «πρόληψη».
Η χοληστερόλη ελέγχεται πλέον πολύ νωρίτερα
Ένα από τα βασικά μηνύματα των νέων οδηγιών είναι ότι η έγκαιρη αντιμετώπιση της υψηλής χοληστερόλης μπορεί να μειώσει σημαντικά τον μελλοντικό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Οι ειδικοί συστήνουν πλέον να γίνεται έλεγχος χοληστερόλης σε όλα τα παιδιά γύρω στα 10 έτη, κυρίως για τον εντοπισμό της οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, μιας κληρονομικής διαταραχής που οδηγεί σε πολύ υψηλή LDL («κακή» χοληστερόλη) από τη γέννηση και αφορά περίπου 34 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.
Ο έλεγχος επαναλαμβάνεται στην ηλικία των 19 ετών και στη συνέχεια τουλάχιστον κάθε πέντε χρόνια. Σε νεαρούς ενήλικες με επίμονα υψηλή LDL (τουλάχιστον 160 mg/dL) ή ισχυρό οικογενειακό ιστορικό πρώιμης καρδιοπάθειας, οι ειδικοί προτείνουν να εξετάζεται σοβαρά η έναρξη θεραπείας. Όπως τονίζουν, όσο νωρίτερα μειωθεί η LDL και για όσο μεγαλύτερο διάστημα παραμένει χαμηλή, τόσο περισσότερο μειώνεται ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος.
Νέος τρόπος υπολογισμού του καρδιαγγειακού κινδύνου
Οι συστάσεις εισάγουν ένα νέο μοντέλο εκτίμησης κινδύνου, το PREVENT-ASCVD, το οποίο εκτιμά την πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου σε ορίζοντα 10 και 30 ετών, για άτομα ηλικίας 30 έως 79 ετών. Το εργαλείο αυτό βοηθά τους γιατρούς να αποφασίσουν αν ένας ασθενής χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή, με βάση τα δεδομένα των κλινικών μελετών που δείχνουν όφελος όταν ο δεκαετής κίνδυνος ξεπερνά το 5%.
Παράλληλα, το νέο εργαλείο βοηθά τους ασθενείς να αντιληφθούν τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο. Ακόμη κι αν ο δεκαετής κίνδυνος φαίνεται χαμηλός, ο τριανταετής μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερος, κάτι που συχνά λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για αλλαγές στον τρόπο ζωής ή την έναρξη θεραπείας.
Τα όρια LDL είναι πλέον χαμηλότερα
Αν και για τους περισσότερους ανθρώπους το επιθυμητό επίπεδο LDL παραμένει κάτω από 100 mg/dL, οι νέες οδηγίες προτείνουν ακόμη χαμηλότερα όρια ανάλογα με τον ατομικό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Για όσους αντιμετωπίζουν δεκαετή κίνδυνο βάσει του ASCVD τουλάχιστον 10%, το νέο όριο πέφτει στα 70 mg/dL. Και για όσους έχουν ήδη καρδιαγγειακή νόσο, όπως προηγούμενο έμφραγμα ή εγκεφαλικό, το όριο γίνεται ακόμη πιο αυστηρό, στα 55 mg/dL.
Οι ειδικοί εξηγούν ότι αυτά τα χαμηλότερα όρια αποτελούν θεραπευτικούς στόχους που οι γιατροί επιδιώκουν να επιτύχουν με αγωγή ή υπολιπιδαιμικές θεραπείες. Όσο περισσότερο μειώνεται η LDL, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να σταθεροποιηθεί η αθηρωματική πλάκα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ίσως να υπάρξει ακόμη και μικρή αναστροφή της.
Όλοι οι ενήλικες πρέπει να ελέγξουν την Lp(a)
Οι νέες οδηγίες συστήνουν να ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά η λιποπρωτεΐνη(a), ή Lp(a), μια μορφή λιποπρωτεΐνης που μοιάζει με την LDL αλλά έχει μια επιπλέον πρωτεΐνη που αυξάνει την πιθανότητα εναπόθεσης πλάκας στις αρτηρίες. Η συγκέντρωση της Lp(a) είναι σε μεγάλο βαθμό γενετικά προκαθορισμένη και τα επίπεδά της παραμένουν σταθερά στη διάρκεια της ζωής. Περίπου ένας στους πέντε ανθρώπους παγκοσμίως έχει υψηλή Lp(a), γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο καρδιοπάθειας και εγκεφαλικού.
Παρότι δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες θεραπείες που να μειώνουν άμεσα την Lp(a), οι ειδικοί τονίζουν ότι τα άτομα με αυξημένα επίπεδα θα πρέπει να λαμβάνουν πιο εντατική αγωγή και να έχουν αυστηρότερο έλεγχο όλων των επιπλέον παραγόντων κινδύνου.
