Καθώς μεγαλώνουμε, οι χρόνοι αντίδρασής μας – τα λεγόμενα αντανακλαστικά – αρχίζουν σταδιακά να επιβραδύνονται. Πρόκειται για μια φυσιολογική διαδικασία της γήρανσης και έναν από τους λόγους για τους οποίους οι αθλητικές επιδόσεις κορυφώνονται συνήθως πριν από τη μέση ηλικία.
Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία αντιδρούμε σε ένα ερέθισμα δεν αφορά μόνο τις επιδόσεις. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι χρόνοι αντίδρασης μπορούν να λειτουργήσουν ως ένας γενικός δείκτης της συνολικής υγείας του οργανισμού – από τη λειτουργία του εγκεφάλου έως την καρδιαγγειακή υγεία και τον κίνδυνο εμφάνισης αναπηρίας.
Γιατί τα αντανακλαστικά έχουν σημασία
Η αντίδραση σε ένα απλό ερέθισμα – για παράδειγμα, να πιάσουμε κάτι που πέφτει – είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας πολλών συστημάτων: των αισθήσεων, του εγκεφάλου, των νεύρων και των μυών. Ο εγκέφαλος πρέπει να αντιληφθεί το ερέθισμα, να πάρει απόφαση και να στείλει το κατάλληλο σήμα στο σώμα, το οποίο με τη σειρά του πρέπει να κινηθεί γρήγορα και συντονισμένα.
Η επιβράδυνση σε οποιοδήποτε από αυτά τα στάδια μπορεί να αυξήσει τον συνολικό χρόνο αντίδρασης. Γι’ αυτό και τα αντανακλαστικά θεωρούνται ένα «παράθυρο» στη συνολική λειτουργική κατάσταση του οργανισμού.
Ένα απλό τεστ στο σπίτι
Μία εύκολη δοκιμασία για την εκτίμηση του χρόνου αντίδρασης είναι το λεγόμενο τεστ πτώσης χάρακα (ruler drop test). Με τη βοήθεια ενός δεύτερου ατόμου, μπορείτε να μετρήσετε πόσο γρήγορα αντιδράτε όταν ένας χάρακας πέφτει και προσπαθείτε να τον πιάσετε.
Η απόσταση που θα διανύσει ο χάρακας πριν τον πιάσετε αντιστοιχεί στον χρόνο αντίδρασής σας. Σε γενικές γραμμές, μικρότερη απόσταση σημαίνει ταχύτερη αντίδραση, ενώ μεγαλύτερη απόσταση υποδηλώνει επιβράδυνση.
Τι δείχνουν οι μελέτες
Μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα με πιο αργούς χρόνους αντίδρασης έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών που σχετίζονται με την ηλικία. Η επιβράδυνση έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη πιθανότητα πτώσεων, απώλειας ανεξαρτησίας στην καθημερινή ζωή και γνωστικής έκπτωσης.
Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί σύνδεση μεταξύ πολύ αργών χρόνων αντίδρασης και αυξημένου κινδύνου θανάτου από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αντανακλαστικά «προκαλούν» τις παθήσεις, αλλά ότι αντικατοπτρίζουν τη συνολική φθορά των βιολογικών συστημάτων.
Δεν μετρά μόνο ο αριθμός
Μια μεμονωμένη μέτρηση δεν αρκεί για να βγουν συμπεράσματα. Οι χρόνοι αντίδρασης διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, επηρεαζόμενοι από παράγοντες όπως η φυσική κατάσταση, οι συνήθειες ζωής και η γενετική.
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η μεταβολή με την πάροδο του χρόνου. Μια σταδιακή αλλά αισθητή επιδείνωση σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι το σώμα και το νευρικό σύστημα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν όπως παλαιότερα.
Ο εγκέφαλος αντέχει περισσότερο από το σώμα
Η έρευνα δείχνει ότι, σε πολλούς ανθρώπους, ο εγκέφαλος διατηρεί την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται και να επεξεργάζεται τα ερεθίσματα σχετικά καλά ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία. Εκεί που εμφανίζεται συχνότερα η επιβράδυνση είναι στο σωματικό σκέλος της αντίδρασης: στους μυς, στα νεύρα και στην παραγωγή ενέργειας από τα κύτταρα.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος «καταλαβαίνει» γρήγορα τι συμβαίνει, αλλά το σώμα χρειάζεται λίγο περισσότερο χρόνο για να ακολουθήσει.
Μπορούν να βελτιωθούν τα αντανακλαστικά;
Αν και η γήρανση δεν μπορεί να αναστραφεί, υπάρχουν τρόποι να επιβραδυνθεί η πτώση των χρόνων αντίδρασης. Δραστηριότητες που συνδυάζουν κίνηση και σκέψη – όπως ασκήσεις ισορροπίας με ταυτόχρονη νοητική ενασχόληση, αθλήματα με γρήγορες αλλαγές ή ακόμα και χορός – φαίνεται να ενισχύουν τον συντονισμό εγκεφάλου και σώματος.
Επιπλέον, η σωματική άσκηση, η κοινωνική δραστηριότητα και η πνευματική εγρήγορση συνδέονται με πιο αργή λειτουργική φθορά.
