Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί τελικά παραγγείλατε σαλάτα σε εκείνο το πρώτο ραντεβού, ενώ στην πραγματικότητα θέλατε ζυμαρικά; Πολλοί από εμάς, τείνουμε να τρώμε διαφορετικά απ’ ό,τι συνηθίζουμε όταν είμαστε με άλλους ανθρώπους, χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε. Οι διατροφικές μας επιλογές αλλάζουν ανάλογα με το ποιος είναι στο τραπέζι, ποιος μας παρακολουθεί ή ποιος μπορεί να δει το φαγητό μας αν το μοιραστούμε διαδικτυακά. Αυτή η τάση έχει όνομα, σύμφωνα με τους ψυχολόγους και τους ερευνητές. Λέγεται «performative eating» ή αλλιώς σε ελεύθερη μετάφραση, «επιδεικτική κατανάλωση».
Πιο συγκεκριμένα, η «επιδεικτική κατανάλωση» αναφέρεται στον τρόπο που επιλέγουμε ή αποφεύγουμε συγκεκριμένα φαγητά, όχι βάσει της γεύσης ή της θρεπτικής τους αξίας, αλλά σύμφωνα με το μήνυμα που πιστεύουμε ότι στέλνουμε στους άλλους. Το φαγητό μπορεί να είναι ένα ισχυρό εργαλείο για την επικοινωνία της ταυτότητας και την οικοδόμηση των σχέσεων. Για παράδειγμα, μπορεί να παραγγέλνουμε μια σαλάτα για να στείλουμε το μήνυμα ότι είμαστε «fit» και «πειθαρχημένοι», μια μπύρα αντί για κοκτέιλ για να φαινόμαστε «αρρενωποί», ένα πιάτο που απλά θα φαίνεται θελκτικό στα social κ.λπ.
Ο τρόπος που τρώμε λοιπόν δεν ξεφεύγει από τις κοινωνικές επιρροές. Ορισμένες από αυτές τις επιρροές τις αντιλαμβανόμαστε κι άλλες απλά συμβαίνουν…
Ο ρόλος των social media
Τα social media ενισχύουν τις δυναμικές του «performative eating». Οι διάφορες πλατφόρμες είναι γεμάτες με περιεχόμενο γύρω από το φαγητό, από… δημιουργικά smoothies έως viral βίντεο του στιλ “τι τρώω σε μια μέρα”.
Αυτά τα posts δεν προσφέρουν μόνο ψυχαγωγία – επηρεάζουν.
Οι θεατές μπορεί να αντιγράψουν τα γεύματα, τους τρόπους ζωής ή ακόμα και τις αξίες των δημιουργών που θαυμάζουν. Έτσι, τα social media δεν αντανακλούν απλώς τις τάσεις στην κατανάλωση φαγητού. Βοηθούν επίσης στη δημιουργία και στην ενίσχυσή τους.
Έρευνες έχουν δείξει ότι αν ξέρουμε ποια φαγητά ή ροφήματα έχουν επιλέξει οι άλλοι, επηρεαζόμαστε και κάνουμε παρόμοιες επιλογές. Επίσης, η έρευνα αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι τείνουμε να τρώμε περισσότερο όταν είμαστε με φίλους ή την οικογένειά μας, σε σύγκριση με όταν είμαστε μόνοι. Η οικειότητα και η κοινωνική σύνδεση δηλαδή, παίζουν ρόλο στο πόσο τρώμε.
Οι διατροφικές μας επιλογές διαμορφώνονται επίσης από ευρύτερες πολιτισμικές πεποιθήσεις, ή από το τι λέει η κοινωνία ότι είναι «καλό» ή «κακό».
Μερικές φορές, είναι θετικό να μοιραζόμαστε συγκεκριμένα φαγητά για να συνδεθούμε με φίλους ή οικογένεια ή για να γιορτάσουμε τις παραδόσεις μας.
Αλλά όταν η προσοχή επικεντρώνεται στο να φανούμε «κάπως» ή «κάποιοι» στους άλλους, τότε μπορούν να προκύψουν προβλήματα. Αυτή η επιρροή είναι ιδιαίτερα ισχυρή στους εφήβους και τους νέους ενήλικες και σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές στην κατανάλωση φαγητού και σε προβλήματα ως προς την εικόνα του σώματος. Για παράδειγμα, η προσπάθεια παρουσίασης μιας “τέλειας”, κοινωνικά αποδεκτής δίαιτας μπορεί να εξελιχθεί σε αυστηρούς κανόνες ή περιορισμούς που υπονομεύουν την ψυχική και σωματική υγεία του ατόμου.
Η κατανάλωση φαγητού σε αυτή τη βάση μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μείωση της απόλαυσής του, καθώς τα γεύματα γίνονται περισσότερο ένα θέαμα παρά στιγμές θρέψης ή απόλαυσης.
Επανασύνδεση με το φαγητό
Σκέψου:
- Καταναλώνω αυτό το φαγητό ή το ρόφημα επειδή το απολαμβάνω ή για να με δουν οι άλλοι με έναν συγκεκριμένο τρόπο;
- Παραγγέλνω αυτό που όντως θέλω να φάω ή αυτό που θεωρώ ότι πρέπει;
- Ποιες συναισθηματικές αντιδράσεις έχω πριν και μετά την ενασχόληση με διάφορες δημοσιεύσεις γύρω από το φαγητό στο διαδίκτυο;
Καλό είναι να μην μετατρέπεται το φαγητό σε μέσο έκφρασης και επιβεβαίωσης. Οι υγιεινές διατροφικές συνήθειες πρέπει να είναι αυθεντικές και να βασίζονται στις πραγματικές ανάγκες του σώματος. Όταν το φαγητό γίνεται εργαλείο για να ικανοποιήσει εξωτερικές προσδοκίες, χάνεται η πραγματική του αξία ως πηγή ενέργειας και απόλαυσης.
