Η τενοντίτιδα και άλλες μορφές τενοντοπάθειας δεν αφορούν μόνο επαγγελματίες αθλητές, επηρεάζουν εξίσου νέους που αθλούνται συστηματικά αλλά και μεγαλύτερους σε ηλικία. Ο πόνος στον αχίλλειο τένοντα, ο «αγκώνας του τενίστα», ο «ώμος του κολυμβητή» και το «γόνατο του άλτη» είναι μερικές από τις πιο συχνές καταπονήσεις που εμφανίζονται όταν οι τένοντες ξεπερνούν τα όριά τους και δέχονται επαναλαμβανόμενη πίεση.
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, οι τένοντες είναι από τη φύση τους ευάλωτοι στην στην συνεχή καταπόνηση: «Καλούνται να αντέξουν τεράστια φορτία, με όλες τις δυνάμεις των μυών να συγκεντρώνονται σε αυτές τις σχετικά λεπτές δομές που μεταφέρουν την κίνηση στο σκελετό μας».
Οι γιατροί κατατάσσουν αυτές τις παθήσεις στην ευρύτερη κατηγορία των τενοντοπαθειών, με την τενοντίτιδα να αποτελεί μία από τις πιο συχνές μορφές τους. Πρόκειται για ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ορθοπεδικοί, όμως οι αποτελεσματικές θεραπείες παραμένουν περιορισμένες. Η φυσικοθεραπεία μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, αλλά σε πολλές σοβαρές περιπτώσεις η βελτίωση είναι μικρή και συχνά προσωρινή.
Αυτά τα δεδομένα ώθησαν τους ερευνητές να διερευνήσουν σε μεγαλύτερο βάθος τι βρίσκεται πίσω από τη βλάβη των τενόντων, με στόχο την ανάπτυξη πιο στοχευμένων και αποτελεσματικών θεραπειών.
Στο φως ο μοριακός «ένοχος» πίσω από την τενοντίτιδα
Η ομάδα των ερευνητών κατάφερε να εντοπίσει ένα κρίσιμο κομμάτι του παζλ. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι μια πρωτεΐνη, γνωστή ως HIF1, φαίνεται να λειτουργεί ως κεντρικός μοριακός «διακόπτης» που ενεργοποιεί την παθολογική διαδικασία στους τένοντες. Ένα τμήμα της HIF1 δρα ως μεταγραφικός παράγοντας, ρυθμίζοντας την έκφραση συγκεκριμένων γονιδίων μέσα στα κύτταρα.
Μέχρι σήμερα, προηγούμενες μελέτες είχαν επισημάνει αυξημένα επίπεδα της HIF1 σε τραυματισμένους τένοντες, χωρίς όμως να είναι σαφές αν η πρωτεΐνη απλώς συνόδευε τη βλάβη ή αν αποτελούσε πραγματικό αίτιο. Μέσα από πειράματα σε ποντίκια και αναλύσεις ανθρώπινου ιστού, η ερευνητική ομάδα έδειξε ότι η HIF1 δεν είναι απλώς παρούσα κατά τη διάρκεια της νόσου, φαίνεται να είναι αυτή που την πυροδοτεί.
Τι αποκάλυψαν τα πειράματα
Τα πειράματα της ομάδας έδειξαν με σαφήνεια ότι η HIF1 δεν συνυπάρχει απλώς με τη νόσο, αλλά αποτελεί έναν βασικό παράγοντα που την προκαλεί. Στις δοκιμές σε ποντίκια, οι ερευνητές είτε κρατούσαν την HIF1 μόνιμα ενεργοποιημένη είτε την απενεργοποιούσαν πλήρως. Τα ζώα με διαρκώς ενεργή HIF1 εμφάνισαν τενοντοπάθεια ακόμη και χωρίς υπερβολική καταπόνηση. Αντίθετα, όταν η HIF1 απενεργοποιήθηκε στους τένοντες, τα ποντίκια δεν ανέπτυξαν νόσο, ακόμη κι όταν οι τένοντες καταπονήθηκαν.
Παράλληλα, η ομάδα ανέλυσε ανθρώπινα κύτταρα τένοντα που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων. Τόσο στα ποντίκια όσο και στα ανθρώπινα δείγματα, τα αυξημένα επίπεδα HIF1 οδήγησαν σε επιβλαβείς δομικές αλλαγές: σχηματίστηκαν περισσότερες διασταυρούμενες συνδέσεις στις ίνες κολλαγόνου, το υλικό που δίνει στους τένοντες τη δύναμη και τη σταθερότητά τους.
«Αυτό κάνει τους τένοντες πιο εύθραυστους και επηρεάζει τη μηχανική τους λειτουργία», εξηγούν οι ερευνητές, οι οποίοι παρατήρησαν επίσης αυξημένη ανάπτυξη αιμοφόρων αγγείων και νεύρων μέσα στον ιστό του τένοντα. «Αυτό ίσως εξηγεί τον έντονο πόνο που συχνά συνοδεύει τις τενοντοπάθειες», προσθέτουν οι ίδιοι.
Τα ευρήματα έχουν δημοσιευθεί στο Science Translational Medicine.
Γιατί έχει σημασία η έγκαιρη αντιμετώπιση
Η νέα μελέτη δεν φωτίζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η τενοντοπάθεια, υπογραμμίζει και τη σημασία της έγκαιρης παρέμβασης. «Η έρευνά μας δείχνει ότι είναι κρίσιμο να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα των τενόντων από νωρίς», σημειώνουν οι ερευνητές. Ιδιαίτερα οι νεαροί αθλητές, λέει, συχνά εμφανίζουν τενοντίτιδα ή άλλες τενοντοπάθειες σε στάδιο που ακόμη μπορεί να ελεγχθεί.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η βλάβη που συνδέεται με την HIF1 μπορεί να συσσωρευτεί και τελικά να γίνει μόνιμη. «Η ζημιά που προκαλεί η HIF1 στον ιστό του τένοντα μπορεί να συσσωρεύεται και τελικά να γίνει μη αναστρέψιμη. Σε αυτό το σημείο, η φυσικοθεραπεία μπορεί πλέον να μη βοηθά και η μόνη διαθέσιμη λύση είναι η χειρουργική αφαίρεση του κατεστραμμένου τμήματος», εξηγούν.
