Στην εποχή όπου η υγεία μας δοκιμάζεται από ολοένα και πιο απρόβλεπτα κύματα ιώσεων, η επιστήμη συνεχίζει να μας υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό· ο οργανισμός διαθέτει δικές του, εξαιρετικά εξελιγμένες άμυνες. Μηχανισμούς που λειτουργούν αθόρυβα, πριν ακόμη αντιληφθείτε ότι έχετε εκτεθεί σε έναν ιό. Τώρα, νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences αναδεικνύει έναν από αυτούς τους φυσικούς «φρουρούς», ένα αντιμικροβιακό πεπτίδιο, την δερμικιδίνη που παράγεται συνεχώς από το σώμα και φαίνεται να «μπλοκάρει» την γρίπη.

Το πεπτίδιο που βάζει «φρένο» στη γρίπη

Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα του Ιδρύματος Fisabio, το συγκεκριμένο πεπτίδιο, γνωστό για τις αντιβακτηριακές και αντιμυκητιασικές του ιδιότητες, διαθέτει και σημαντική αντιική δράση. Όπως εξηγεί η Δρ. María D. Ferrer, επικεφαλής της μελέτης, το μόριο αυτό φαίνεται να παρεμβαίνει κατά τη διαδικασία της μόλυνσης τόσο σε πειράματα στο εργαστήριο όσο και σε ζωικά μοντέλα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν πως το σώμα διαθέτει φυσικούς μηχανισμούς ικανούς να ανακόψουν την πορεία ενός ιού, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων, πιο αποτελεσματικών αντιικών θεραπειών.

Πώς «αφοπλίζει» την γρίπη

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά τον μηχανισμό δράσης του μορίου. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι προσδένεται σε μια βασική πρωτεΐνη του ιού της γρίπης, η οποία είναι απαραίτητη για να καταφέρει ο ιός να εισέλθει στα κύτταρα. Η πρόσδεση αυτή γίνεται σε μια περιοχή που παραμένει σχεδόν ίδια σε όλα τα στελέχη της γρίπης, χαρακτηριστικό που την καθιστά ιδιαίτερα σημαντική.

Με αυτόν τον τρόπο, το μόριο εμποδίζει τον ιό να συγχωνευτεί με την κυτταρική μεμβράνη, άρα και να ξεκινήσει η μόλυνση. Ουσιαστικά, τον αδρανοποιεί πριν προλάβει να μπει στο κύτταρο, ένας μηχανισμός που μέχρι πρότινος δεν είχε περιγραφεί.

Παρόν στα «επικίνδυνα» σημεία εισόδου

Το εν λόγω πεπτίδιο δεν εντοπίζεται μόνο στον ιδρώτα, αλλά και σε βασικά σημεία εισόδου των αναπνευστικών ιών, όπως η ρινική κοιλότητα, αλλά και στο σάλιο και τα δάκρυα.

Η Δρ. Paula Corell, πρώτη συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι τα άτομα που δεν εμφανίζουν συμπτώματα γρίπης έχουν έως και έξι φορές υψηλότερα βασικά επίπεδα του μορίου σε σχέση με όσους είναι πιο ευάλωτοι. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια μιας αναπνευστικής λοίμωξης, τα επίπεδά του αυξάνονται σημαντικά. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι αποτελεί μέρος της πρώτης γραμμής άμυνας του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι το συγκεκριμένο πεπτίδιο θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για καινοτόμες θεραπευτικές λύσεις για τις ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού. Εκτός από τη δράση του κατά της γρίπης, διερευνάται και ο πιθανός ανοσορρυθμιστικός του ρόλος, δηλαδή το κατά πόσο μπορεί να συμβάλλει στη ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης.