Οι supercommunicators είναι άτομα που διαθέτουν την ικανότητα να συνδέονται βαθιά με τους άλλους, να καθοδηγούν συζητήσεις προς την επιτυχία και να διαχειρίζονται δύσκολα θέματα χωρίς να προκαλούν αντιδράσεις.
Οι άνθρωποι που επικοινωνούν αποτελεσματικά δεν είναι απαραίτητα πιο εύγλωττοι ή πιο πειστικοί. Είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν το είδος της συζήτησης.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι περισσότερες συνομιλίες κινούνται ανάμεσα σε τρία βασικά επίπεδα:
- πρακτικές συζητήσεις, που αφορούν λύσεις, αποφάσεις και δεδομένα,
- συναισθηματικές συζητήσεις, που ζητούν κατανόηση, επιβεβαίωση και συναισθηματική ασφάλεια,
- κοινωνικές συζητήσεις, που αγγίζουν την ταυτότητα, τις αξίες και την ανάγκη να νιώθουμε ότι μας βλέπουν και μας σέβονται.
Όταν ένας άνθρωπος μιλά για το πώς νιώθει και ο άλλος απαντά μόνο με λύσεις, δημιουργείται απόσταση. Όταν μια συζήτηση αφορά αξίες ή ταυτότητα και εμείς επιμένουμε μόνο σε λογικά επιχειρήματα, η σύνδεση συχνά χάνεται. Δεν λείπει η καλή πρόθεση, λείπει ο συγχρονισμός.
Εδώ ακριβώς ξεχωρίζουν οι supercommunicators. Δεν ακούν μόνο τις λέξεις. Ακούν και την ανάγκη πίσω από αυτές.
Πρόκειται για μια μορφή συναισθηματικής νοημοσύνης. Δηλαδή, την ικανότητα να ακούμε ενεργητικά, να δείχνουμε σεβασμό ακόμη και στη διαφωνία, να αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του άλλου και να ρυθμίζουμε τη δική μας αντίδραση πριν η συζήτηση γίνει άμυνα ή σύγκρουση.
Οι πιο σημαντικές συζητήσεις
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αυτής της προσέγγισης είναι ότι πολλές από τις συνομιλίες μας δεν αφορούν πραγματικά ούτε τη λύση ενός προβλήματος ούτε μόνο το συναίσθημα. Αφορούν κάτι πιο βαθύ: τη θέση μας μέσα στον κόσμο και μέσα στις σχέσεις.
Ποιος είμαι εδώ;
Με σέβεσαι;
Με βλέπεις;
Ανήκω;
Με αντιμετωπίζεις σαν ισότιμο;
Αυτά είναι, στην ουσία, τα ερωτήματα που κρύβονται πίσω από πολλές καθημερινές εντάσεις: σε ένα ζευγάρι, σε μια οικογένεια, σε μια ομάδα στη δουλειά, ακόμη και σε μια απλή διαφωνία με έναν φίλο. Η συζήτηση μπορεί να φαίνεται ότι αφορά το «ποιος είχε δίκιο», αλλά συχνά, στο βάθος, αφορά το αν ο άλλος αναγνωρίζει την αξία, την πρόθεση ή την ταυτότητά μας.
Οι supercommunicators ακούνε τις ανάγκες των άλλων
Ζούμε σε μια εποχή υπερ-επικοινωνίας αλλά όχι απαραίτητα βαθύτερης σύνδεσης. Στέλνουμε αμέτρητα μηνύματα, μιλάμε διαρκώς, σχολιάζουμε, αντιδρούμε, απαντάμε, αλλά πολλές φορές δεν συντονιζόμαστε.
Η ψηφιακή επικοινωνία, η ταχύτητα, η πίεση, η πόλωση και η μόνιμη κόπωση μειώνουν την ικανότητά μας να αντέχουμε τη διαφωνία και να ακούμε χωρίς να αμυνόμαστε.
Αυτό που ξεχωρίζει τους ανθρώπους με υψηλή επικοινωνιακή νοημοσύνη δεν είναι απαραίτητα το λεξιλόγιο ή η άνεση στον λόγο. Είναι ότι μπορούν να αναγνωρίσουν τι συμβαίνει «κάτω» από τη συζήτηση.
Αντιλαμβάνονται, δηλαδή:
- αν ο άλλος ζητά λύση ή παρουσία,
- αν χρειάζεται δεδομένα ή αποδοχή,
- αν φέρνει ένα πρόβλημα ή μια πληγή στην αυτοεικόνα του,
- αν η σύγκρουση αφορά το περιεχόμενο ή τη σχέση.
