Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνωρίζουμε και μέσα σε λίγα λεπτά νιώθουμε ότι τους ξέρουμε καιρό. Η κουβέντα κυλά φυσικά, υπάρχει άνεση, ενδιαφέρον και μια αίσθηση ότι ταιριάζουμε. Και υπάρχουν άλλες φορές που, όσο κι αν προσπαθούμε, η σύνδεση δεν έρχεται. Συνήθως όλο αυτό το περιγράφουμε ως «χημεία». Λέμε ότι είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Ότι είναι θέμα ενστίκτου, τύχης ή μιας ανεξήγητης έλξης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Όμως η επιστήμη προτείνει μια πιο ενδιαφέρουσα εξήγηση…
Η επιστήμη πίσω από τη χημεία
Η νευροεπιστήμη υποστηρίζει ότι ένα μέρος αυτής της αίσθησης σύνδεσης μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις πρώτες στιγμές μιας αλληλεπίδρασης. Οι λέξεις που επιλέγουμε, οι ερωτήσεις που κάνουμε, το αν ακούμε πραγματικά και ο τρόπος που ανταποκρινόμαστε επηρεάζουν το πώς νιώθει ο άλλος δίπλα μας.
Και ίσως αυτό είναι πιο σημαντικό απ’ όσο ακούγεται γιατί σημαίνει ότι η σύνδεση δεν είναι απλά και μόνο κάτι που περιμένουμε να συμβεί.
Οι άνθρωποι θυμούνται περισσότερο πώς ένιωσαν παρά τι ειπώθηκε
Ένας από τους πιο γρήγορους τρόπους να δημιουργηθεί ένα αίσθημα οικειότητας δεν είναι να μιλήσουμε περισσότερο για τον εαυτό μας αλλά να βοηθήσουμε τον άλλον να βιώσει ένα θετικό συναίσθημα μέσα στη συζήτηση. Γι’ αυτό και κάποιες ερωτήσεις λειτουργούν διαφορετικά. Το κλασικό «Τι κάνεις;» είναι ασφαλές αλλά συχνά οδηγεί σε προβλέψιμες απαντήσεις. Αντίθετα, ερωτήσεις που καλούν τον άλλο να θυμηθεί μια θετική στιγμή μπορούν να αλλάξουν τη δυναμική.
Για παράδειγμα:
- Τι σε έκανε να χαμογελάσεις σήμερα;
• Τι περιμένεις περισσότερο αυτή την εβδομάδα;
• Ποια ήταν μέχρι τώρα η καλύτερη στιγμή του μήνα;
Έρευνες δείχνουν ότι η ανάκληση θετικών εμπειριών επαναφέρει προσωρινά και τα θετικά συναισθήματα που συνδέονται με αυτές. Και ο εγκέφαλος τείνει να συνδέει αυτό το συναίσθημα και με το πρόσωπο που βρίσκεται απέναντι.
Οι καλύτερες συζητήσεις δεν βασίζονται στις απαντήσεις αλλά στην περιέργεια
Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη στις συζητήσεις είναι ότι ακούμε μόνο μέχρι να έρθει η σειρά μας να μιλήσουμε. Όμως η σύνδεση συνήθως γεννιέται αλλού. Όταν κάποιος μοιράζεται μια ιστορία, δοκιμάστε να μην περάσετε αμέσως στη δική σας εμπειρία.
Μείνετε λίγο περισσότερο εκεί.
Ρωτήστε:
- «Και μετά τι έγινε;»
- «Πώς το αποφάσισες;»
- «Τι σου έμεινε περισσότερο;»
Η περιέργεια λειτουργεί σαν σήμα ενδιαφέροντος. Και οι άνθρωποι νιώθουν πιο κοντά σε όσους τους κάνουν να αισθάνονται ότι έχουν χώρο να υπάρξουν.
Η σύνδεση δεν είναι μόνο λεκτική
Οι ψυχολόγοι περιγράφουν ένα φαινόμενο που ονομάζεται «φαινόμενο του χαμαιλέοντα»: την τάση να συγχρονίζουμε ασυνείδητα τη στάση του σώματος, τον τόνο ή τον ρυθμό της επικοινωνίας μας.
Όταν κάποιος νιώθει ότι ο άλλος βρίσκεται «στο ίδιο μήκος κύματος», αυξάνεται το αίσθημα ασφάλειας και οικειότητας. Και η ασφάλεια είναι βασικό συστατικό κάθε ουσιαστικής σύνδεσης.
Η χημεία δεν είναι τόσο μυστηριώδης τελικά…
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα δεν είναι ότι υπάρχει τρόπος να κάνουμε τους ανθρώπους να μας συμπαθήσουν. Είναι ότι η σύνδεση φαίνεται να δημιουργείται όταν κάποιος νιώθει ότι ακούγεται, ότι τον βλέπουν πραγματικά και ότι μπορεί να είναι ο εαυτός του χωρίς άμυνες.
Η χημεία δεν είναι απαραίτητα ένας κεραυνός που πέφτει ξαφνικά. Πολλές φορές είναι το αποτέλεσμα μικρών στιγμών προσοχής, παρουσίας και ενδιαφέροντος. Και αυτό σημαίνει ότι κάθε συζήτηση — είτε με έναν φίλο, έναν συνεργάτη, έναν νέο άνθρωπο στη ζωή μας ή ακόμη και με κάποιον που μόλις γνωρίσαμε — μπορεί να γίνει μια μικρή ευκαιρία σύνδεσης.
