Η δυσαριθμησία είναι ένας σχετικά καινούργιος όρος. Όπως μαρτυρά και το όνομά της, είναι μια διαταραχή που σχετίζεται με τις αριθμητικές ικανότητες και εντάσσεται στις λεγόμενες «ειδικές μαθησιακές δυσκολίες». Τα παιδιά με δυσαριθμησία δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα μαθηματικά και οτιδήποτε έχει σχέση με αυτά. Έχει υπολογιστεί ότι το ποσοστό αυτών των παιδιών κυμαίνεται μεταξύ 4-5%. Έχουν πρόβλημα μόνο με τα μαθηματικά και δεν είναι απαραίτητο να παρουσιάσουν δυσκολίες στην ανάγνωση, την ορθογραφία και γενικά το γραπτό λόγο. Αντίθετα, μπορεί να έχουν ικανοποιητική επίδοση σε όλα τα άλλα σχολικά μαθήματα. Πρόκειται επομένως για μια ειδική μαθησιακή δυσκολία, διακριτή από τις υπόλοιπες, και χρειάζεται διαφορετική μεταχείριση.






Τα παιδιά με δυσαριθμησία μπορεί να μειονεκτούν στο μέτρημα και στους υπολογισμούς και να δυσκολεύονται στην κατανόηση προμαθηματικών εννοιών (π.χ. πολλά-λίγα, μεγάλο-μικρό). Πιο σπάνια, η δυσαριθμησία επηρεάζει την κατανόηση της γεωμετρίας και της τριγωνομετρίας. Έτσι, λοιπόν, πρέπει να προβληματιστείτε και να κινητοποιηθείτε όταν το παιδί σας παρουσιάζει όλα ή κάποια από τα συμπτώματα που ακολουθούν:

• Δεν μπορεί να διαβάσει και να γράψει αριθμούς. Συχνά κάνει λάθη με αριθμούς, όπως παραλείψεις, αντιστροφές και αντικαταστάσεις (ενός αντί άλλου).

• Δυσκολεύεται να κάνει πρόσθεση, αφαίρεση, διαίρεση, πολλαπλασιασμό, είτε νοερά είτε γραπτά.

• Δεν έχει καλή αίσθηση του χρόνου, δεν κατανοεί γεγονότα που αναφέρονται στο παρελθόν και το μέλλον.

• Δεν μπορεί να διαβάσει τους δείκτες του ρολογιού.

• Δυσκολεύεται στον προσανατολισμό στο χώρο και χάνεται εύκολα. Δεν μπορεί να διαβάσει χάρτες.

• Συνήθως δεν μαθαίνει εύκολα μουσικές νότες.

• Δυσκολεύεται να παίξει παιχνίδια που απαιτούν μια λογική σειρά πράξεων (π.χ. σκάκι), να θυμάται τη σειρά του ή να κρατάει το σκορ σε άλλα επιτραπέζια παιχνίδια.

• Δεν διαχειρίζεται καλά τα χρήματα.

• Δυσκολεύεται να ολοκληρώσει εργασίες που χρειάζονται τη συνεργασία ματιού-χεριού, όπως να απαριθμήσει, να μετρήσει σωστά, να εκτελέσει πράξεις και να αντιγράψει.




Το πρόβλημα της δυσαριθμησίας δεν οφείλεται σε αισθητηριακές βλάβες, συναισθηματικές διαταραχές, ακατάλληλη εκπαίδευση ή χαμηλή νοημοσύνη του παιδιού. Δεν έχει βρεθεί, όμως, ακόμα η αιτία που το προκαλεί. Ωστόσο, υπάρχουν θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες το πρόβλημα ενδέχεται να οφείλεται σε δυσλειτουργία διαφόρων περιοχών του εγκεφάλου (του αριστερού ή του δεξιού εγκεφαλικού ημισφαιρίου, του θαλάμου κλπ.).




Όσο πιο γρήγορα εντοπιστεί το πρόβλημα και τεθεί στις σωστές του διαστάσεις, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η αντιμετώπισή του. Είναι σημαντικό η διάγνωση να γίνει από το ξεκίνημα του σχολείου, ώστε η δυσαριθμησία να μην εμποδίσει την πρόοδο του παιδιού, αλλά και να μην υπονομεύσει την ψυχολογική του κατάσταση. Διαφορετικά, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το παιδί να στιγματιστεί ως κακός μαθητής. Η αξιολόγηση των μαθηματικών δεξιοτήτων του παιδιού πρέπει να γίνεται από ειδικό παιδαγωγό, ειδικευμένο στις μαθησιακές δυσκολίες. Έτσι, αποφεύγεται η περίπτωση λάθους, δηλαδή μπορείτε να σιγουρευτείτε ότι το παιδί δεν είναι απλά αδύναμο στα μαθηματικά επειδή έχει κενά ή επειδή βαριέται να μελετήσει. Η διαδικασία διάγνωσης περιλαμβάνει:

• Ειδικά τεστ (τα λεγόμενα σταθμισμένα τεστ, όπου τα αποτελέσματα κάθε παιδιού συγκρίνονται με τα αποτελέσματα ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος παιδιών).

• Αξιολόγηση παραγόντων που επηρεάζουν την ικανότητα του παιδιού για μαθηματική γνώση (δυνατά σημεία, αδυναμίες, στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων, συναισθηματικούς παράγοντες).






Από τη στιγμή που έχει γίνει διάγνωση δυσαριθμησίας, οι γονείς πρέπει να συνεργαστούν στενά με τον ειδικό παιδαγωγό. Είναι σαφές ότι η κακή επίδοση του παιδιού τους στα μαθηματικά δεν οφείλεται σε έλλειψη μελέτης. Επομένως, οι φωνές και οι τιμωρίες δεν ωφελούν. Από εκεί και πέρα ο ειδικός θα θέσει τους σωστούς στόχους και θα «χτίσει» το κατάλληλο πρόγραμμα αποκατάστασης, προσαρμοσμένο στις αδυναμίες, αλλά και στα δυνατά σημεία του παιδιού.

• Θα εντοπίσει ποιο αισθητηριακό κανάλι (οπτικό, ακουστικό, απτικό, κιναισθητικό) χρειάζεται να ενεργοποιήσει προκειμένου να προσλάβει καλύτερα την καινούργια γνώση.

• Θα ενεργοποιήσει στρατηγικές και διαδικασίες τόσο του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου (υπεύθυνο για την αρίθμηση, για την εφαρμογή των πράξεων, για τη γνώση αριθμών και συμβόλων κλπ.) όσο και του δεξιού εγκεφαλικού ημισφαιρίου (υπεύθυνου για την έννοια του κρατούμενου και του δανεισμού, για τα γεωμετρικά σχήματα, για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων ενός προβλήματος κλπ.), αφού για τη μαθηματική σκέψη χρησιμοποιούνται και τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου.

• Θα ενημερώσει το δάσκαλο του παιδιού στο σχολείο για το μαθηματικό του προφίλ, αφού είναι αυτός που καθημερινά έρχεται σε επαφή με το παιδί και μπορεί να ενισχύσει την προσπάθειά του στη σχολική τάξη, αλλά και την αυτοπεποίθησή του.




Oι περισσότεροι ειδικοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για δύο διακριτές μαθησιακές δυσκολίες που εκδηλώνονται χωρίς η μία να προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης. Τα παιδιά μάλιστα με δυσαριθμησία μπορεί να είναι καλοί μαθητές, να έχουν καλή οπτική μνήμη γραπτών λέξεων, καλή ή και προηγμένη γλωσσική ανάπτυξη, τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο. Όμως, αυτή η διαφοροποίηση των δύο ειδικών μαθησιακών δυσκολιών δεν αποκλείει τη συνύπαρξή τους (δυσκολίες στην ανάγνωση, στη γραφή, αλλά και στα μαθηματικά).




Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αγνοηθεί και ο ψυχολογικός παράγοντας, οι πιθανές δηλαδή τραυματικές εμπειρίες που μπορεί να έχει αποκτήσει ένα παιδί μέσα από συνεχείς αποτυχίες. Αν κάτι τέτοιο έχει συμβεί, είναι πολύ πιθανό το παιδί να έχει αναπτύξει «μαθηματικοφοβία» (math’s phobia). O παράλογος αυτός φόβος των παιδιών για τα μαθηματικά επηρεάζει την ποιότητα της ζωής τους, τις επαγγελματικές επιλογές τους και την ικανότητά τους να οργανώνουν καλύτερα τη ζωή τους. Γι’ αυτό επιβάλλεται και η ψυχολογική στήριξη από παιδοψυχολόγο.




Ευχαριστούμε για τη συνεργασία την κ. Ανθή Κοκκώνη, ειδική παιδαγωγό, και την κ. Έλλη Κοκκώνη, ειδική παιδαγωγό, υπεύθυνες του Πρότυπου Κέντρου Λόγου και Μάθησης «Λεξιμάθεια».