«Στα 16 μου, με 3 φίλους ξεκινήσαμε να καπνίζουμε χασίς, μαζί τους δοκίμασα κοκαΐνη, ακόμα και ηρωίνη». Ο Μιχάλης, 33 χρονών σήμερα, είναι ο μόνος από την τότε παρέα του που δεν παίρνει ναρκωτικά. Ήταν η τύχη αυτό που τον κράτησε τελικά μακριά από τις ουσίες; Όχι, απαντούν οι ειδικοί. Για να περάσει κανείς στον εθισμό από μια ουσία ή μια συνήθεια, πρέπει να συντελούν συγκεκριμένοι παράγοντες, το λεγόμενο «τρίγωνο της εξάρτησης». Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να περιπλανηθούμε στα μονοπάτια της εξάρτησης, ανακαλύπτοντας την αιτία που δεν επιτρέπει σε όλους μας να βιώσουμε τον εθισμό.


1. Η ανατομία μιας ουσίας


Το ένοχο «φάρμακο»

Πρωταρχικό ρόλο στην εξάρτηση παίζει η ίδια η ουσία, το «φάρμακο». Όσο πιο ισχυρά ενισχυτικές ιδιότητες έχει, τόσο πιο εύκολη είναι η εξάρτηση από αυτό. Με τον όρο «φάρμακο» εννοούμε κάθε ουσία που προκαλεί μεταβολές στο βιολογικό υπόστρωμα (επιδρώντας σε επίπεδο κυτταρικό και σε επίπεδο οργάνων). Δεν είναι τυχαίο ότι οι λέξεις «φάρμακο» και «φαρμάκι» πάνε μαζί. Ένα «φάρμακο» θεραπεύει, αλλά μπορεί και να σκοτώσει. Η μορφίνη, για παράδειγμα, δεν παύει να είναι το καλύτερο αναλγητικό φάρμακο που έχουμε, παράλληλα όμως προκαλεί εξάρτηση. Εξάρτηση, όμως, μπορεί να βιώσει κανείς και χωρίς να παίρνει κάποια ουσία. Εξαρτησιογόνες μπορεί να είναι και κάποιες συνήθειες, όπως τα τυχερά παιχνίδια, το Ίντερνετ, το σεξ, η λήψη τροφής. Κάθε εξαρτησιογόνος ουσία ή συνήθεια αλλάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου.


Στα μονοπάτια του εθισμού

Πώς εθιζόμαστε σε μια ουσία ή μια συνήθεια; Η μελέτη του εγκεφάλου δείχνει ότι για να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς της ευχαρίστησης. Ας πάρουμε δύο παραδείγματα: Νιώθουμε έλξη για έναν όμορφο άνδρα που πέρασε από μπροστά μας, μόλις φάγαμε μια λαχταριστή μπριζόλα. Και τα δύο αυτά ερεθίσματα μας προκαλούν ευχαρίστηση, γι’ αυτό και θέλουμε να τα επαναλάβουμε. Όλο αυτό είναι ένα φυσικό σύστημα του εγκεφάλου, που στόχο έχει την επιβίωσή μας. Ο εγκέφαλος έχει συγκεκριμένες δομές που επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε την ευχαρίστηση και άρα να επαναλαμβάνουμε τη συμπεριφορά που μας την προσφέρει. Τρώμε, νιώθουμε ευχαρίστηση, επομένως ξανατρώμε και έτσι επιβιώνουμε. Κάνουμε σεξ, μας αρέσει και ξανακάνουμε, οπότε αναπαράγεται το είδος. Πρόκειται, δηλαδή, για μια διαδικασία μάθησης και μνήμης. Δυστυχώς, όμως, και οι ουσίες που προκαλούν εξάρτηση δρουν με τον ίδιο τρόπο, στις ίδιες ακριβώς «οδούς ανταμοιβής», οι οποίες βρίσκονται σε συγκεκριμένες δομές του εγκεφάλου και μας επιτρέπουν, όταν διεγείρονται, να αισθανθούμε ευχαρίστηση.



2. Το προφίλ του εξαρτημένου


Συνήθεια Ή εξάρτηση;

Μας αρέσει να συνοδεύουμε το βραδινό μας με ένα ποτηράκι κρασί. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρόκειται να κλείσουμε τη βραδιά αδειάζοντας ένα ολόκληρο μπουκάλι. Παίζουμε χαρτιά τις ημέρες των γιορτών, αλλά ποτέ δεν ποντάρουμε το σπίτι μας. Τι σημαίνει αυτό; Πέρα από την ίδια την ουσία ή τη συνήθεια, ουσιαστικό ρόλο παίζει και η προσωπικότητα. Θεωρείται ότι τα άτομα που είναι επιρρεπή στον εθισμό αντιπροσωπεύουν το 10-15% του γενικού πληθυσμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του πολέμου στο Βιετνάμ, όπου η χρήση ναρκωτικών ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη ανάμεσα στους στρατιώτες. Ωστόσο, το ποσοστό των εξαρτημένων ατόμων μετά την επιστροφή τους στις ΗΠΑ δεν διέφερε από αυτό του γενικού πληθυσμού.


«Novelty seekers»

Είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι ψυχολόγοι για να χαρακτηρίσουν ανθρώπους παρορμητικούς που παίρνουν ρίσκα, οι οποίοι, σύμφωνα με μελέτες, έχουν εντονότερη ροπή προς την εξάρτηση. Έρευνα, μάλιστα, που δημοσιεύτηκε το 2008 στο επιστημονικό έντυπο «Journal of Neuroscience», έδειξε ότι η ανάγκη των «novelty seekers» για συνεχή αναζήτηση νέων, συναρπαστικών εμπειριών οφείλεται στο ότι διαθέτουν λιγότερους υποδοχείς ντοπαμίνης. Η ντοπαμίνη είναι γνωστό ότι συνδέεται με τον τρόπο που βιώνουμε την ανταμοιβή-ευχαρίστηση από φυσικά ή τεχνητά ερεθίσματα, οπότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι και τα άτομα με τέτοιου είδους χαρακτηριστικά ενδεχομένως να έχουν ροπή προς εξαρτήσεις.


«Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά»

Υπάρχουν έρευνες που έχουν δείξει ότι υπάρχει κληρονομικότητα στην εξάρτηση. Μια παλαιότερη μελέτη, για παράδειγμα, είχε δείξει ότι παιδιά με αλκοολικούς γονείς έχουν 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να εθιστούν και τα ίδια στο αλκοόλ. Επίσης, επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή της Βιρτζίνια βρήκαν ισχυρή γενετική προδιάθεση στην εξάρτηση από την κοκαΐνη μελετώντας 1.934 διδύμους. Ακόμα, όμως, και αν υπάρχει βιολογικό υπόστρωμα, χρειάζεται και η συμβολή του περιβάλλοντος για να περάσουμε από τη χρήση στον εθισμό. Μπορεί π.χ. ένα παιδί με πατέρα αλκοολικό να μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά σε ένα άριστο περιβάλλον, οπότε η προδιάθεση αυτή να μην εκδηλώθηκε ποτέ.



3. Η δύναμη του περιβάλλοντος

Πολλές έρευνες έχουν εστιάσει το ενδιαφέρον τους στη μελέτη του περιβάλλοντος και τον τρόπο που αυτό μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο στην εξάρτηση. Ακριβώς επειδή η εξάρτηση είναι μια διαδικασία μάθησης, το περιβάλλον μέσα στο οποίο αποκτάμε την εμπειρία της χρήσης είναι καταλυτικό για το πέρασμα από τη χρήση στον εθισμό, δηλώνουν οι ειδικοί. Ένας έφηβος, για παράδειγμα, που παίζει μουσική σε μια μπάντα, της οποίας όλα τα μέλη κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών, έχει αυξημένες πιθανότητες να κάνει το ίδιο. Θεωρείται, μάλιστα, ότι ένα φιλικό περιβάλλον που ενθαρρύνει τη χρήση είναι ο βασικός παράγοντας που σχετίζεται με την εξάρτηση. Επίσης, επιστήμονες πραγματοποίησαν ένα πείραμα με πιθήκους και απέδειξαν ότι οι αυτοί που βρίσκονταν χαμηλά στην κοινωνική ιεραρχία ήταν πολύ πιθανότερο να πάρουν κοκαΐνη συγκριτικά με όσους είχαν ηγετικό ρόλο. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το στρες που πηγάζει από το να υφίσταται κανείς κυριαρχία-καταπίεση σχετίζεται με την πιθανότητα εθισμού.


ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΝ κ. Ζ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ-ΝΤΑΪΦΩΤΗ, καθηγήτρια Φαρμακολογίας και διευθύντρια του Εργαστηρίου Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και τον κ. ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟ, ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή στον ΟΚΑΝΑ.