Σουηδοί ειδικοί αναφέρουν ότι έχουν βρει έναν τρόπο να αποφύγουν τις αυξημένες πιθανότητες γέννησης διδύμων μετά από έναν κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης, χωρίς ωστόσο να μειώνονται τα ποσοστά επιτυχίας της μεθόδου – κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό.


Είναι γνωστό ότι συνήθως στο στάδιο της εμβρυομεταφοράς τοποθετούνται στη μήτρα της γυναίκας που υποβάλλεται σε εξωσωματική γονιμοποίηση περισσότερα από ένα έμβρυα προκειμένου να διασφαλιστεί μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας της μεθόδου. Ωστόσο, η δίδυμη κύηση είναι πιο επισφαλής για τη γυναίκα και τα έμβρυα. Ο επιθυμητός στόχος είναι η μεταφορά ενός μόνο εμβρύου.


Στο πρόσφατο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας (ESHRE), που διεξήχθη στη Στοκχόλμη, οι Σουηδοί ειδικοί ανέφεραν ότι ήδη εφαρμόζουν μια διαδικασία που μειώνει το ποσοστό των δίδυμων κυήσεων με την εξωσωματική γονιμοποίηση στο 2%, το ίδιο ποσοστό με τις γυναίκες που συλλαμβάνουν φυσιολογικά.


Όπως εξήγησε ο δρ. Holte από το Επιστημονικό Πάρκο της Uppsala, που ήταν επικεφαλής της σχετικής έρευνας, από το 1999 έως το 2002 ανέλυσαν περισσότερους από 3.000 κύκλους εξωσωματικής γονιμοποίησης που έγιναν στην κλινική τους και κατέληξαν στον εντοπισμό τεσσάρων παραγόντων που μπορούν να προβλέψουν την επιτυχία της μεθόδου: την ηλικία της γυναίκας, τον αριθμό των ωαρίων που παρήγαγε, την ποιότητα του εμβρύου και τις προηγούμενες επιτυχημένες ή όχι προσπάθειες εξωσωματικής.


Με βάση αυτές τις πληροφορίες, οι ειδικοί ήταν σε θέση να βρουν τη λεπτή ισορροπία που διασφαλίζει την επιτυχία της μεθόδου και μειώνει το ποσοστό γέννησης διδύμων. Επέλεγαν δε την εμβρυομεταφορά δύο εμβρύων μόνο όταν αυτό κρινόταν απολύτως απαραίτητο.


Με αυτό τον τρόπο, κατόρθωσαν να μειώσουν το ποσοστό των δίδυμων γεννήσεων από 26% -που ήταν υψηλό- σε 2%. Αυτό το επίτευγμα είχε και άλλα οφέλη: Λιγότερα μωρά γεννιούνταν πρόωρα και το ποσοστό θνησιμότητας πριν, κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη γέννα μειώθηκε στο μισό.