Ακόμη μια ένδειξη μάλλον πρέπει να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες για τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη παυσίπονα, όπως η ασπιρίνη, η ιβουπροφένη, η ναπροξένη κ.ά. Σύμφωνα με ανάλυση της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, που δημοσιεύτηκε online στο επιστημονικό περιοδικό «CANCER», η ένδειξη που μάλλον πρέπει να προστεθεί είναι ότι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη συνεισφέρουν στην πρόληψη του καρκίνου του δέρματος.


Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει τα συγκεκριμένα φάρμακα με την πρόληψη ορισμένων τύπων καρκίνου. Ωστόσο, η Sigrún Alba Jóhannesdóttir, BSc, του Aarhus University Hospital στη Δανία, και οι συνάδελφοί της, θέλησαν να εστιάσουν τη μελέτη τους στη δράση των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παυσίπονων σε σχέση με τη μείωση του κινδύνου τριών τύπων καρκίνου του δέρματος: του κακοήθους μελανώματος, του βασικοκυτταρικού καρκινώματος και του ακανθοκυτταρικού καρκινώματος.


Οι ερευνητές ανέλυσαν τα ιατρικά αρχεία της βόρειας Δανίας από το 1991 έως το 2009 και σύγκριναν τον αριθμό των διαγνώσεων για τις παραπάνω νόσους με τα δεδομένα για τις συνταγογραφήσεις μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Στη συνέχεια, αντιπαρέβαλαν τα στοιχεία με τα αρχεία 178.655 ατόμων χωρίς καρκίνο του δέρματος.


Διαπίστωσαν ότι τα άτομα που είχαν άνω των δύο συνταγογραφήσεων για μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα είχαν κατά 15% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης ακανθοκυτταρικού καρκινώματος και 13% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης κακοήθους μελανώματος συγκριτικά με όσους είχαν λιγότερες από δύο συνταγογραφήσεις γι’ αυτά τα φάρμακα. Το όφελος ήταν μεγαλύτερο όταν τα φάρμακα λαμβάνονταν επί επτά ή περισσότερα χρόνια ή σε μεγάλη δόση για μικρότερο χρονικό διάστημα.


Όσον αφορά το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα δεν διαπιστώθηκε μείωση του συνολικού κινδύνου μεν, αλλά παρατηρήθηκε μείωση κατά 15% και 21% αντίστοιχα της πιθανότητας να εμφανιστεί σε λιγότερο εκτεθειμένες περιοχές του σώματος (εκτός του κεφαλιού και του λαιμού).