Γιατί ορισμένες γυναίκες επηρεάζονται πολύ περισσότερο από τα ανορεξικά μοντέλα των περιοδικών και των διαφημίσεων και προσπαθούν να τους μοιάσουν; Ποιοι είναι οι παράγοντες που τις καθιστούν πιο επιρρεπείς; Σύμφωνα με τους ερευνητές του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Michigan, η γενετική προδιάθεση φαίνεται ότι καθιστά μερικές γυναίκες πιο ευάλωτες στην πίεση να αποκτήσουν ένα αδύνατο σώμα.



«Καθημερινά όλοι βομβαρδιζόμαστε με μηνύματα που εξαίρουν το αδύνατο σώμα, ωστόσο προκαλεί ενδιαφέρον το ότι μόνο ορισμένες γυναίκες εσωτερικεύουν το ιδανικό της απόκτησης αδύνατου σώματος και προσπαθούν να το αποκτήσουν. Αυτό υποδηλώνει ότι γενετικοί παράγοντες μπορεί να καθιστούν ορισμένες γυναίκες πιο επιρρεπείς σε αυτήν την πίεση από άλλες», δηλώνει η επικεφαλής ερευνήτρια Jessica Suisman από το τμήμα Ψυχολογίας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Michigan.




Για να διερευνήσουν τον ρόλο των γενετικών παραγόντων, οι ερευνητές μελέτησαν 200 ζεύγη δίδυμων κοριτσιών ηλικίας 12-22 ετών. Αφού εκτίμησαν βάσει ερωτηματολογίων κατά πόσον τα κορίτσια ήθελαν να αποκτήσουν το σώμα ενός μοντέλου, στη συνέχεια συνέκριναν τα μονοζυγωτικά δίδυμα (που έχουν κατά 100% ίδια γονίδια και μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό) με τα ετεροζυγωτικά δίδυμα (που μοιράζονται τα ίδια γονίδια κατά 50% και δεν μοιάζουν μεταξύ τους).




Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, τα μονοζυγωτικά δίδυμα μοιράζονται σχεδόν στον ίδιο (υψηλό ή χαμηλό) βαθμό το ιδανικό της απόκτησης αδύνατου σώματος σε σύγκριση με τα ετεροζυγωτικά δίδυμα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ρόλος των γονιδίων είναι σημαντικός. Περαιτέρω ανάλυση οδήγησε στη διαπίστωση ότι η γενετική προδιάθεση επηρεάζει τις γυναίκες κατά 43%.




Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πέρα από τα γονίδια σημαντικό ρόλο εξακολουθεί να παίζει και το περιβάλλον. Ειδικότερα διαπίστωσαν ότι οι προσωπικές εμπειρίες κάθε κοριτσιού -που διαφέρουν από εκείνες της αδελφής της- επηρεάζουν πολύ περισσότερο την εικόνα του σώματός της σε σχέση με επιρροές που είναι κοινές και για τα δύο κορίτσια (π.χ. από περιοδικά, ταινίες κ.τ.λ.).



Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «International Journal of Eating Disorders».


Δείτε επίσης: