Η νόσος του Αλτσχάιμερ είναι το πιο συνηθισμένο είδος άνοιας με ποσοστό που ξεπερνά το 50% του συνόλου των περιπτώσεων. Μάλιστα, πρόκειται για μία νόσο, της οποίας τα συμπτώματα εμφανίζονται χρόνια μετά την έναρξή της. Μέχρι σήμερα, δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί αξιόπιστη βιολογική διαγνωστική μέθοδος και οι γιατροί βασίζονται σε απεικονίσεις του εγκεφάλου, νοητικά τεστ και την αξιολόγηση των συμπτωμάτων του ασθενούς.
Είναι, επομένως, πρωταρχική ανάγκη για τους ειδικούς η εύρεση μιας εξέτασης, που να λύνει οριστικά το πρόβλημα της έγκαιρης διάγνωσης, ώστε να αρχίσει όσο το δυνατόν νωρίτερα η θεραπευτική αντιμετώπιση.
Στα χνάρια μιας τέτοιας εξέτασης ελπίζει ότι βρίσκεται ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο Saarland, που ανέλυσε μικροσκοπικά τμήματα του γενετικού υλικού στο αίμα (των microRNAs) και εντόπισε διαφορές ανάμεσα στα δείγματα των υγιών συμμετεχόντων και εκείνων που έπασχαν από Αλτσχάιμερ. Για την ακρίβεια, ανακάλυψαν 12 microRNAs, τα επίπεδα των οποίων διέφεραν σημαντικά στο αίμα των ασθενών με Αλτσχάιμερ.
Το αιματολογικό τεστ δοκιμάστηκε σε 202 ανθρώπους και αποδείχτηκε ακριβές στο 93% των περιπτώσεων.
Ωστόσο, περαιτέρω έρευνα και κλινικές δοκιμές σε μεγάλο αριθμό ατόμων απαιτούνται προκειμένου να βελτιωθεί η ακρίβεια του τεστ πριν χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστικό εργαλείο, ενώ πρέπει να διασφαλιστεί ότι μπορεί να διακρίνει το Αλτσχάιμερ από άλλες νευρολογικές παθήσεις.