Για πρώτη φορά μια έρευνα συνέδεσε τα χημικά που βρίσκονται σε προϊόντα του νοικοκυριού με διαταραχές στο ανδρικό σπέρμα. Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι τα «πανταχού παρόντα» χημικά μπορεί να ευθύνονται εν μέρει για τα διαρκώς αυξανόμενα προβλήματα γονιμότητας στον δυτικό κόσμο.

Γερμανοί και Δανοί ερευνητές εξέτασαν περίπου 100 καθημερινά χημικά και ανακάλυψαν ότι το 1/3 αυτών επηρεάζει το σπέρμα. Τα συμπεράσματα της έρευνάς τους δημοσιεύθηκαν στην EMBO Journal όπου αναφέρεται ότι ορισμένα χημικά περιέχονται και στα αντηλιακά. Στη λίστα επίσης είναι η τρικλοσάνη ένας αντιμικροβιακός παράγοντας που σήμερα χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο, αλλά ακόμη βρίσκεται σε ορισμένα σαπούνια και οδοντόκρεμες.

Μέσω εργαστηριακών πειραμάτων όπου χρησιμοποιήθηκαν χημικά σε ποσότητες παρόμοιες με εκείνες που εκτίθεται ο οργανισμός, οι ερευνητές έδειξαν ότι οι ουσίες αυτές επηρεάζουν την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.

Σύμφωνα με την έρευνα από το Κέντρο Προηγμένων Ευρωπαϊκών Σπουδών και Ερευνών στην Βόννη και το Τμήμα Ανάπτυξης και Αναπαραγωγής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Κοπεγχάγης τα χημικά αυτά δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες και βρίσκονται παντού: σε τρόφιμα, υφάσματα, φάρμακα, προϊόντα του νοικοκυριού και της προσωπικής υγιεινής, πλαστικά μπουκάλια, παιχνίδια και καλλυντικά. 

Η επιβλαβής δράση των ενδοκρινικών διαταρακτών ήταν πάντα δύσκολο να προσδιοριστεί λόγω έλλειψης κατάλληλων πειραματικών μοντέλων.

Χάρη στη μέθοδο που αναπτύχθηκε από τους ερευνητές ωστόσο είναι πλέον δυνατό να ελεγχθούν γρήγορα εκατοντάδες χημικά για την ικανότητά τους να παρεμβαίνουν στη λειτουργία του σπέρματος.

Σ’ αυτή την αρχική έρευνα εξετάστηκαν περίπου 100 χημικά. Το ένα τρίτο αυτών μεταξύ των οποίων τα φίλτρα UV που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα αντηλιακά, η τρικλοσάνη και το DnBP έδειξαν ότι επηρεάζουν το σπέρμα.όσον αφορά την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, την ευαισθησία τους στην προγεστερόνη και τις προσταγλανδίνες και τα ένζυμα που απελευθερώνουν.

Αυτή την εποχή η Ευρωπαϊκή Ένωση αναθεωρεί την πολιτική της όσον αφορά τα χημικά που δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Μάλιστα πέρσι τα σχέδια περί αλλαγής των ορίων προκάλεσαν αντιπαράθεση ανάμεσα σε ενδοκρινολόγους και τοξικολόγους όσον αφορά το πώς πρέπει να ρυθμιστούν αυτά τα χημικά. Η παρούσα έρευνα παρέχει επιστημονικά στοιχεία που βοηθούν στη διαμόρφωση νέων διεθνών κανόνων και κανονισμών, σύμφωνα με τους ερευνητές.