Η διατροφή στα πρώτα χρόνια της ζωής φαίνεται πως αφήνει αποτύπωμα που διαρκεί για δεκαετίες. Νέα μελέτη δείχνει ότι τα παιδιά που μεγάλωσαν με περιορισμένη πρόσληψη ζάχαρης, από την περίοδο της κύησης έως περίπου την ηλικία των δύο ετών, φαίνεται να έχουν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών προβλημάτων ως ενήλικες. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι ο κίνδυνος για έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες, εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιαγγειακό θάνατο ήταν μειωμένος κατά 20% έως 30% σε όσους είχαν εκτεθεί σε λιγότερη ζάχαρη στις πρώτες 1.000 κρίσιμες μέρες.
Τα ευρήματα προέκυψαν από ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός
Η έρευνα αξιοποίησε ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός: το τέλος του δελτίου ζάχαρης στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1953 (κυβερνητικό μέτρο που επιβλήθηκε από τον Ιανουάριο του 1940 έως τον Σεπτέμβριο του 1953, περιορίζοντας την κατανάλωση ζάχαρης για να διασφαλιστεί η δίκαιη διανομή κατά τη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο).
Μέχρι τότε, η πρόσβαση στη ζάχαρη ήταν αυστηρά περιορισμένη για όλο τον πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων των εγκύων και των μικρών παιδιών. Αυτό δημιούργησε μια φυσική «διαίρεση» ανάμεσα σε όσους γεννήθηκαν πριν και μετά την άρση του δελτίου.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα για 63.433 ενήλικες από την UK Biobank, ηλικίας περίπου 55 ετών, που είχαν γεννηθεί μεταξύ Οκτωβρίου 1951 και Μαρτίου 1956. Από αυτούς, 40.063 είχαν περιορισμένη πρόσληψη ζάχαρης ήδη από την εμβρυϊκή περίοδο και/ή στα πρώτα χρόνια ζωής τους και 23.370 είχαν γεννηθεί μετά την άρση του δελτίου και δεν είχαν υποβληθεί σε περιορισμό.
Για να ενισχυθεί η αξιοπιστία των ευρημάτων, συμπεριλήφθηκε και μια επιπλέον ομάδα ενηλίκων που είχαν γεννηθεί εκτός Ηνωμένου Βασιλείου και δεν είχαν ζήσει αντίστοιχους διατροφικούς περιορισμούς. Τα ευρήματα έχουν δημοσιευθεί στο BMJ.
Οι επιστήμονες συνέδεσαν τα δεδομένα των συμμετεχόντων με τα ιατρικά τους αρχεία, παρακολουθώντας την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου συνολικά, εμφράγματος, καρδιακής ανεπάρκειας, κολπικής μαρμαρυγής, εγκεφαλικού επεισοδίου και θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Για την ανάλυση, λήφθηκαν υπόψη γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες αλλά και παράγοντες του τρόπου ζωής, ώστε να απομονωθεί όσο γίνεται η επίδραση της πρώιμης έκθεσης στη ζάχαρη.
Ζάχαρη & έμφραγμα – Πώς συνδέονται;
Όσο περισσότερο διήρκεσε ο περιορισμός στη ζάχαρη, από την κύηση έως τα πρώτα δύο χρόνια, τόσο χαμηλότερος φάνηκε να είναι ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου στην ενήλικη ζωή. Η ομάδα με τη μεγαλύτερη διάρκεια περιορισμού εμφάνισε 20% χαμηλότερο συνολικό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, 25% λιγότερα εμφράγματα, 26% μειωμένο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας, 24% χαμηλότερα ποσοστά κολπικής μαρμαρυγής, 31% μείωση του κινδύνου εμφάνισης εγκεφαλικού και 27% χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακού θανάτου.
Οι συμμετέχοντες που είχαν περιορισμένη πρόσληψη ζάχαρης δεν εμφάνισαν μόνο χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά και τα πιθανά καρδιαγγειακά προβλήματα, όπως για παράδειγμα το έμφραγμα, έτειναν να εμφανίζονται έως και 2,5 χρόνια αργότερα σε σχέση με όσους δεν είχαν εκτεθεί στους περιορισμούς.
Μέρος της προστασίας φαίνεται να σχετίζεται με το γεγονός ότι οι ενήλικες, που είχαν περιορισμένη πρόσληψη ζάχαρης στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, εμφάνιζαν χαμηλότερα ποσοστά διαβήτη και υπέρτασης (υψηλή αρτηριακή πίεση), εξηγούν οι ερευνητές.
Τι ίσχυε τότε και τι ισχύει σήμερα
Κατά την περίοδο του δελτίου, η ημερήσια πρόσληψη ζάχαρης για τον γενικό πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων των εγκύων, ήταν κάτω από 40 γραμμάρια, ενώ τα παιδιά κάτω των δύο ετών δεν επιτρεπόταν να καταναλώνουν πρόσθετη ζάχαρη. Αυτά τα όρια είναι πολύ κοντά στις σημερινές διατροφικές συστάσεις για βρέφη και μικρά παιδιά.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι, επειδή η μελέτη είναι παρατηρητική, δεν μπορεί να αποδείξει αιτιότητα. Ωστόσο, το μεγάλο δείγμα και η «φυσική» σύγκριση πριν και μετά την άρση του δελτίου προσφέρουν ισχυρές ενδείξεις ότι η πρώιμη έκθεση στη ζάχαρη μπορεί να επηρεάζει την καρδιαγγειακή υγεία δεκαετίες αργότερα.
