Η ζέστη στις πιο έντονες μορφές της μεταβάλλει ήδη τις συνθήκες ζωής σε πολλές περιοχές του κόσμου, σε σημείο που ακόμη και η παραμονή στη σκιά δεν προσφέρει επαρκή προστασία. Κατά τις θερμότερες ώρες του έτους, σε ορισμένες περιοχές, η θερμική καταπόνηση μπορεί να αυξηθεί ακόμη και όταν κάποιος ξεκουράζεται, χωρίς καμία σωματική δραστηριότητα. Μια νέα μελέτη που εξετάζει 75 χρόνια παγκόσμιων κλιματικών δεδομένων δείχνει ότι αυτό το όριο έχει ήδη ξεπεραστεί σε περισσότερα μέρη απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε.

Τι σημαίνει «μη βιώσιμη» ζέστη για το ανθρώπινο σώμα

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Environmental Research: Health, αποτελεί την πρώτη μεγάλης κλίμακας ιστορική ανάλυση της «βιωσιμότητας» των εξωτερικών συνθηκών. Η έννοια αυτή περιγράφει πόση σωματική δραστηριότητα μπορεί να πραγματοποιήσει με ασφάλεια ένας άνθρωπος πριν το σύστημα θερμορύθμισης του σώματος δεν μπορεί πλέον να αποβάλει αρκετή θερμότητα ώστε να διατηρήσει σταθερή θερμοκρασία.

Για να προσδιορίσουν αυτό το μέγιστο ασφαλές επίπεδο δραστηριότητας υπό διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το μοντέλο HEAT‑Lim, το οποίο λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως θερμοκρασία και κίνηση του αέρα, υγρασία, ηλικία, όρια εφίδρωσης. Το μοντέλο εκφράζει αυτό το όριο σε METs (metabolic equivalents), μια μονάδα που δείχνει πόση ενέργεια καταναλώνει το σώμα σε σχέση με την κατάσταση ανάπαυσης. Σύμφωνα με την ανάλυση, η καθιστική στάση αντιστοιχεί σε 1 MET, ενώ ένας γρήγορος περίπατος σε 3,3 METs.

Όταν οι συνθήκες ζέστης και υγρασίας μειώνουν το ασφαλές όριο κάτω από αυτό το επίπεδο, ακόμη και μια σύντομη μετακίνηση μπορεί να επιβαρύνει το σώμα. Αν το όριο πέσει κάτω από 1,5 MET, τότε ακόμη και η ανάπαυση οδηγεί σε συσσώρευση θερμότητας, το σημείο που οι ερευνητές χαρακτηρίζουν ως «μη βιώσιμο».

Πώς εξελίχθηκε η ζέστη από το 1950 έως σήμερα

Οι επιστήμονες εισήγαγαν στο HEAT‑Lim ωριαίες μετρήσεις θερμοκρασίας και υγρασίας για όλες τις χερσαίες περιοχές του πλανήτη από το 1950 έως το 2024, εξετάζοντας δύο ομάδες: υγιείς ενήλικες 18–40 ετών και υγιείς ενήλικες άνω των 65 ετών. Και οι δύο ομάδες αξιολογήθηκαν τόσο κατά την παραμονή τους στη σκιά όσο και με ελαφρύ αεράκι, δηλαδή σε συνθήκες πιο ευνοϊκές από την πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου το 1,1% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει ήδη σε περιοχές όπου οι ώρες μέγιστης θερμικής επιβάρυνσης φτάνουν σε «μη βιώσιμα» επίπεδα για έναν υγιή νέο ενήλικα. Για τα άτομα άνω των 65 ετών, το ποσοστό αυτό φτάνει το 24,5%.

Η ηλικία επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα του σώματος να διαχειριστεί τη ζέστη. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ιδρώνουν λιγότερο ή και λιγότερο αποτελεσματικά, ενώ εξαρτώνται περισσότερο από την κίνηση του αέρα για να δροσιστούν. Σε συνθήκες ξηρής ζέστης, αυτές οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο κρίσιμες.

Κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, περιοχές της Νότιας και Νοτιοδυτικής Ασίας έχουν ήδη περάσει το όριο «μη βιωσιμότητας» για νεότερους ενήλικες. Σε χώρες όπως το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Πακιστάν και η ανατολική Ινδία, ακόμη και η παραμονή στη σκιά με ελαφρύ αεράκι δεν αρκεί για να αποτραπεί η επικίνδυνη αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, σημειώνουν οι ερευνητές. Για τους ηλικιωμένους, οι «μη βιώσιμες συνθήκες» είναι ακόμη πιο εκτεταμένες, καλύπτοντας μεγάλες περιοχές της τροπικής Νότιας Αμερικής, της Υποσαχάριας Αφρικής, της Νότιας και Νοτιοδυτικής Ασίας, καθώς και τμήματα της Αυστραλίας και της Βόρειας Αμερικής.

Αυξάνονται οι ώρες θερμικού περιορισμού

Από το 1950 έως το 2024, οι ώρες ετήσιου θερμικού περιορισμού αυξήθηκαν σημαντικά:

  • Για τους νεότερους ενήλικες, από περίπου 25 σε περίπου 50 ώρες τον χρόνο.
  • Για άτομα άνω των 65 ετών, από περίπου 600 σε περίπου 900 ώρες, δηλαδή πάνω από το 10% όλων των ωρών του έτους.

Το 2024 ξεχώρισε ιδιαίτερα, καθώς οι περιορισμοί θερμικής βιωσιμότητας ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο έτος με Ελ Νίνιο, παρότι το μεγαλύτερο μέρος του έτους δεν χαρακτηρίστηκε από ισχυρό φαινόμενο. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό υποδηλώνει πως η μακροπρόθεσμη υπερθέρμανση έχει πλέον υπερκεράσει τις φυσικές κλιματικές διακυμάνσεις.