Μπορεί να έχετε γεμάτο ημερολόγιο, οικογένεια που σας στηρίζει και ανθρώπους που σας αναζητούν καθημερινά. Κι όμως, να νιώθετε μόνοι. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, μια νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι η μοναξιά δεν μετριέται στον αριθμό των επαφών σας, αλλά στο πώς αισθάνεστε μέσα σας.

Δημοσιευμένη στο JAMA Network Open, η έρευνα παρακολούθησε σχεδόν 8.000 ενήλικες στην Αγγλία για 14 χρόνια. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όσοι νιώθουν μόνοι, παρότι έχουν πλούσια κοινωνική ζωή, εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, πνευμονικών παθήσεων και πρόωρου θανάτου.

Μάλιστα, σε ορισμένες αναλύσεις, ο κίνδυνος αυτός φάνηκε να είναι αντίστοιχος (ή και μεγαλύτερος) από εκείνον που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που είναι κοινωνικά απομονωμένοι ή μοναχικοί. Οι ερευνητές ορίζουν το φαινόμενο ως «κοινωνική ασυμμετρία», το χάσμα ανάμεσα στο πόσο συνδεδεμένοι φαίνεστε και στο πόσο μόνοι νιώθετε.

Και σύμφωνα με τα ευρήματα, αυτό το χάσμα δεν είναι απλώς συναισθηματικό, μπορεί να έχει πραγματικές επιπτώσεις στην υγεία.

Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη

Οι ερευνητές βασίστηκαν στα δεδομένα της English Longitudinal Study of Ageing, μιας μεγάλης εθνικής έρευνας ενηλίκων άνω των 50 ετών. Ως αφετηρία χρησιμοποίησαν τα ερωτηματολόγια του 2008–2009, όπου η μοναξιά αξιολογήθηκε με την καθιερωμένη τριών ερωτήσεων κλίμακα του UCLA, ενώ η κοινωνική απομόνωση καταγράφηκε μέσα από τη συχνότητα επαφής με παιδιά, συγγενείς και φίλους, καθώς και από τη συμμετοχή σε κοινωνικές ομάδες.

Αντί να εξετάσουν τις δύο έννοιες ως ανεξάρτητες μεταβλητές, οι επιστήμονες υπολόγισαν πόσο «αναμενόμενο» ήταν να νιώθει κάποιος μόνος με βάση το επίπεδο κοινωνικής του δραστηριότητας και στη συνέχεια μέτρησαν τη διαφορά ανάμεσα σε αυτή την εκτίμηση και στο πώς ένιωθε πραγματικά. Όταν κάποιος ένιωθε πιο μόνος από όσο προέβλεπαν οι κοινωνικές του επαφές, προέκυπτε ένα θετικό «κενό». Όταν η μοναξιά του ήταν ίση ή μικρότερη από την αναμενόμενη, το κενό ήταν μηδενικό ή αρνητικό.

Με βάση αυτόν τον δείκτη, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν αρχικά σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους κοινωνικά ευάλωτους, δηλαδή όσους ένιωθαν περισσότερο μόνοι από όσο αναμενόταν, και τους κοινωνικά ανθεκτικούς, που ένιωθαν λιγότερη ή αναμενόμενη μοναξιά. Σε πιο λεπτομερή ανάλυση, η ομάδα χωρίστηκε σε τέσσερις υποκατηγορίες: όσους είχαν χαμηλά επίπεδα μοναξιάς και απομόνωσης, όσους είχαν υψηλά επίπεδα μοναξιάς και απομόνωσης, όσους ένιωθαν μοναξιά παρά το ότι δεν ήταν κοινωνικά απομονωμένοι, και όσους ήταν απομονωμένοι αλλά δεν ένιωθαν μόνοι.

Όλοι οι συμμετέχοντες συνδέθηκαν με τα εθνικά μητρώα νοσηλειών και θανάτων, με την παρακολούθηση να συνεχίζεται έως τα τέλη του 2024.

Καρδιά, κοινωνικές επαφές & μοναξιά

Στο δείγμα των 7.845 συμμετεχόντων, με μέση ηλικία τα 65,5 έτη και με τις γυναίκες να αποτελούν περίπου το 55%, οι ερευνητές κατέγραψαν μέσα σε διάστημα σχεδόν 14 ετών συνολικά 2.775 θανάτους, 2.415 νέα περιστατικά καρδιαγγειακής νόσου, 989 περιπτώσεις ΧΑΠ και 710 περιστατικά άνοιας. Τα στοιχεία αυτά αποτέλεσαν τη βάση για να εξεταστεί πώς η εσωτερική εμπειρία της μοναξιάς επηρεάζει την υγεία, ανεξάρτητα από το πόσο κοινωνικά δραστήριος είναι κάποιος.

Το πιο χαρακτηριστικό εύρημα ήταν ότι η μοναξιά χωρίς απομόνωση δεν φάνηκε να είναι… «αθώα». Οι άνθρωποι που ένιωθαν πιο μόνοι από όσο «δικαιολογούσε» η κοινωνική τους ζωή εμφάνισαν ελαφρώς αλλά σταθερά αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο (περίπου 6% υψηλότερο) καθώς και 4% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία. Αυτές οι συσχετίσεις παρέμειναν ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η φυσική δραστηριότητα, το βάρος και τα προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας.

Σε σύγκριση με όσους θεωρήθηκαν κοινωνικά ανθεκτικοί, τα άτομα που ανήκαν στην κοινωνικά ευάλωτη ομάδα είχαν συνολικά 13% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου, 16% υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και 21% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΧΑΠ.

Εκείνοι που ένιωθαν έντονη μοναξιά παρά το γεγονός ότι δεν ήταν κοινωνικά απομονωμένοι (δηλαδή είχαν επαφές, δραστηριότητες και κοινωνική παρουσία) παρουσίασαν 27% αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και 14% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου. Αντίθετα, όσοι ήταν κοινωνικά απομονωμένοι αλλά δεν ένιωθαν μόνοι δεν εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο ούτε για καρδιαγγειακά προβλήματα ούτε για πνευμονική νόσο ούτε για θνησιμότητα, εύρημα που υποδηλώνει ότι η υποκειμενική εμπειρία της μοναξιάς ίσως παίζει πιο καθοριστικό ρόλο από την ίδια την απομόνωση.

Η απομόνωση χωρίς μοναξιά φάνηκε να συνδέεται με με 31% υψηλότερο κίνδυνο άνοιας, πιθανώς λόγω μειωμένης νοητικής διέγερσης. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα δεδομένα ήταν περιορισμένα και όχι σταθερά σε όλες τις αναλύσεις.