Οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 32% όλων των θανάτων διεθνώς. Η έγκαιρη αναγνώριση των ατόμων που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο είναι ως εκ τούτου, καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη.
Οι παραδοσιακές αξιολογήσεις κινδύνου βασίζονται συνήθως σε παράγοντες όπως η ηλικία, η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα χοληστερόλης και οι συνήθειες του τρόπου ζωής. Ωστόσο, αυτές οι μέθοδοι ενδέχεται να μην αποτυπώνουν πλήρως τον κληρονομικό κίνδυνο.
Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να έχουν γενετική προδιάθεση για καρδιαγγειακές ή συναφείς παθήσεις. Αυτό σημαίνει ότι έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν αυτές τις παθήσεις λόγω συγκεκριμένων γενετικών παραλλαγών ή οικογενειακού ιστορικού.
Παρότι ο γενετικός έλεγχος μπορεί να είναι χρήσιμος για τη λήψη κλινικών αποφάσεων, συχνά είναι δύσκολο να εντοπιστούν άτομα με γενετική προδιάθεση, καθώς είναι λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια κατά τη διάρκεια των τυπικών ιατρικών εξετάσεων.
Μια πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι ένα νέο εργαλείο θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να προβλέπουν πιο αποτελεσματικά τον κληρονομικό κίνδυνο ενός ατόμου να αναπτύξει καρδιαγγειακές παθήσεις.
Πιο συγκεκριμένα, τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο Journal of the American College of Cardiology αποκαλύπτουν ότι το εν λόγω εργαλείο μπορεί να αξιολογήσει τη γενετική προδιάθεση ενός ατόμου για 8 κοινές καρδιαγγειακές ή σχετιζόμενες παθήσεις (δηλαδή παθήσεις που δεν είναι αυστηρά καρδιαγγειακές, αλλά έχουν άμεση σχέση ή κοινό μηχανισμό/παράγοντες κινδύνου, όπως π.χ. διαβήτη τύπου 2 και υπέρταση που επηρεάζουν τα καρδιαγγειακά νοσήματα).
Καρδιαγγειακές παθήσεις: Μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση του κινδύνου
Οι σημερινές μέθοδοι αξιολόγησης καρδιαγγειακού κινδύνου μπορούν να μετρήσουν παράγοντες όπως η αρτηριακή πίεση και η χοληστερόλη, ωστόσο ενδέχεται, όπως αναφέρθηκε, να μην εντοπίζουν άτομα με σημαντικό κληρονομικό κίνδυνο.
Για να καλύψουν αυτό το κενό, οι ερευνητές του Mass General Brigham Heart and Vascular Institute δημιούργησαν έναν ολοκληρωμένο πολυγονιδιακό δείκτη κινδύνου (polygenic risk score), ο οποίος συνδυάζει πληροφορίες από πολλές γενετικές παραλλαγές σε μία ενιαία εξέταση.
Το εργαλείο αξιολογεί τον κίνδυνο για τις εξής 8 παθήσεις:
- στεφανιαία νόσο,
- κολπική μαρμαρυγή,
- διαβήτη τύπου 2,
- φλεβική θρομβοεμβολή,
- ανεύρυσμα θωρακικής αορτής,
- σοβαρή υπέρταση,
- σοβαρή υπερχοληστερολαιμία,
- αυξημένη λιποπρωτεΐνη(a).
Πολυγονιδιακοί δείκτες κινδύνου στην καρδιολογία
Όπως υποδηλώνει και η λέξη, ο πολυγονιδιακός κίνδυνος αφορά τη συνδυαστική επίδραση πολλών γενετικών παραλλαγών, καθεμία από τις οποίες αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης μιας νόσου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η πλειονότητα της γενετικής προδιάθεσης για καρδιαγγειακές παθήσεις είναι πολυγονιδιακή.
Ωστόσο, οι πολυγονιδιακοί δείκτες κινδύνου δεν αποτελούν ακόμη μέρος της καθημερινής καρδιολογικής πρακτικής, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκολίες στην ενσωμάτωσή τους στη λήψη κλινικών αποφάσεων.
Συνδυάζοντας πολλαπλά μοντέλα γενετικού κινδύνου, οι ερευνητές του Mass General Brigham στόχευσαν στη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου και κλινικά χρήσιμου εργαλείου.
Καρδιαγγειακές παθήσεις: Ευκαιρία για πιο έγκαιρη και στοχευμένη πρόληψη
Η ερευνητική ομάδα εκπαίδευσε το εργαλείο πολυγονιδιακού δείκτη κινδύνου χρησιμοποιώντας γενετικά και ιατρικά δεδομένα από περισσότερους από 245.000 συμμετέχοντες του προγράμματος All of Us Research Program.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν τα αποτελέσματα σε περισσότερα από 53.000 άτομα από τη βάση δεδομένων Mass General Brigham Biobank. Τα ευρήματα έδειξαν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ υψηλών γενετικών δεικτών κινδύνου και πιθανότητας εμφάνισης νόσου.
Τα άτομα που ανήκαν στο ανώτερο 10% γενετικού κινδύνου για στεφανιαία νόσο είχαν 3,7 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν την πάθηση σε σύγκριση με όσους είχαν μέσο κίνδυνο.
Αντίστοιχα, όσοι είχαν τον υψηλότερο γενετικό κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2 είχαν 3,1 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν τη νόσο.
«Αυτά τα ποσοστά είναι κλινικά σημαντικά. Ειδικά για τη στεφανιαία νόσο, τα άτομα στο ανώτερο 10% γενετικού κινδύνου είχαν σχεδόν τετραπλάσιες πιθανότητες εμφάνισης της νόσου σε σχέση με όσους είχαν μέσο κίνδυνο — ποσοστό υψηλότερο από αυτό που παρατηρούμε συνήθως σε καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου όπως η υπέρταση ή η υψηλή χοληστερόλη, οι οποίες συνδέονται γενικά με περίπου διπλάσιο κίνδυνο», δήλωσε ο συν-επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ Aniruddh Pradip Patel, καρδιολόγος και ερευνητής.
Όπως εξήγησε, «το ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι ο γενετικός κίνδυνος υπάρχει και παραμένει σταθερός από τη γέννηση, πολύ πριν προλάβουν να συσσωρευτούν οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου. Αυτό δημιουργεί μια πραγματική ευκαιρία για πιο έγκαιρη και στοχευμένη πρόληψη σε άτομα που διαφορετικά ίσως δεν εντοπίζονταν μέχρι να εμφανίσουν κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο».
Σχεδιασμένο για κλινική χρήση
Πέρα από την κατηγοριοποίηση του κινδύνου σε υψηλό, μέσο ή χαμηλό, η αναφορά του πολυγονιδιακού δείκτη κινδύνου περιλαμβάνει επίσης επεξηγήσεις φιλικές προς τον ασθενή και γραφήματα που δείχνουν πώς συγκρίνεται ο ατομικός κίνδυνος με αυτόν του γενικού πληθυσμού.
Το εργαλείο έχει σχεδιαστεί ώστε να ενσωματώνεται σε ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους και ψηφιακές πλατφόρμες ασθενών, κάτι που θα μπορούσε να διευκολύνει τους γιατρούς να αξιοποιούν γενετικά δεδομένα στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ερμηνεία του γενετικού κινδύνου αποτελεί ακόμη νέο πεδίο τόσο για το κοινό όσο και για τους επαγγελματίες υγείας. Για αυτόν τον λόγο, θεωρούν απαραίτητο οι πληροφορίες να είναι σαφείς, εύκολα κατανοητές και πρακτικά αξιοποιήσιμες.
Παράλληλα, η ομάδα δημιούργησε και οδηγίες για τους γιατρούς, οι οποίες περιλαμβάνουν γνωστούς περιορισμούς του εργαλείου — όπως η μειωμένη ακρίβεια σε άτομα μη ευρωπαϊκής καταγωγής.
Περιορισμοί και επόμενα βήματα
Παρότι τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τις δυνατότητες της γενετικής αξιολόγησης κινδύνου, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι χρειάζονται επιπλέον μελέτες για να καθοριστεί ο καλύτερος τρόπος αξιοποίησης αυτών των πληροφοριών στην κλινική πράξη.
Επιπλέον, σημειώνουν ότι πολλά γενετικά μοντέλα βασίζονται κυρίως σε δεδομένα ατόμων ευρωπαϊκής καταγωγής, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του εργαλείου σε διαφορετικούς πληθυσμούς.
Καθώς οι γενετικές εξετάσεις ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο στην ιατρική φροντίδα, εργαλεία όπως οι πολυγονιδιακοί δείκτες κινδύνου ενδέχεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό «κρυφών» παραγόντων κινδύνου και στην έγκαιρη πρόληψη.
Προς το παρόν, το νέο τεστ αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη και προληπτική προσέγγιση στην καρδιαγγειακή φροντίδα.
