Κάποτε ακούγαμε και συμπονούσαμε τους δυστυχείς Αφρικανούς που, όπως έγραφαν οι εφημερίδες (εκτός Ελλάδος πάντα), αγωνίζονταν κάθε ημέρα για να εξασφαλίσουν ένα ποτήρι καθαρό νερό. Πόσο μακριά από εμάς φάνταζε τότε ό,τι συνέβαινε εκεί κάτω... Σήμερα, όμως, έχουν αλλάξει τόσο τα πράγματα, που υπάρχουν μέρη ακόμη και λίγο έξω από την Αθήνα όπου οι άνθρωποι δεν τολμούν να ανοίξουν τη βρύση να πιουν όσο νερό θέλουν, ενώ, ακόμη χειρότερα, και εκεί όπου το νερό δεν περιέχει βαρέα μέταλλα και άλλους ήδη «σεσημασμένους» δράστες κατά της υγείας, πάλι μπορεί να έχουμε πρόβλημα εξαιτίας των σωληνώσεων, αλλά και του χλωρίου που υπάρχει στο νερό, συχνά σε μεγάλες ποσότητες.



Η απολυμαντική δράση του χλωρίου κρίνεται απαραίτητη για το νερό του δικτύου και για τη δημόσια υγεία (έτσι αποφεύγονται οι υδατογενείς επιδημίες, π.χ. χολέρα, εντερίτιδες) και παρόλο που υπάρχουν αρκετές άλλες μέθοδοι απολύμανσης του νερού (όπως το όζον, η υπεριώδης ακτινοβολία, οι χλωραμίνες κ.ά.), η καθεμιά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, η χλωρίωση θεωρείται προς το παρόν η πιο αποτελεσματική και συμφέρουσα. Γι’ αυτό, το νερό συνεχίζει να έρχεται μέχρι τη βρύση μας χλωριωμένο, στα κολυμβητήρια κάνουμε απλωτές μέσα σε αυτό, ενώ οι σωλήνες νερού των σπιτιών έχουν τις περισσότερες φορές και αυτές χλώριο εκ κατασκευής. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις του χλωρίου στον οργανισμό μας. Το χλώριο, σε συνδυασμό με υπάρχουσες οργανικές ενώσεις, όπως είναι οι αρωματικές, από τα φυτοφάρμακα, δημιουργεί διοξίνες και όλοι πλέον γνωρίζουμε ότι οι διοξίνες είναι από τις πιο ανθεκτικές και βλαβερές για τον άνθρωπο ουσίες. Επιπλέον, το χλώριο μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό στο δέρμα μερικών ανθρώπων και συχνά ταλαιπωρεί ιδιαίτερα τα βρέφη.


Ένα στοιχείο ικανό να προκαλέσει πολλές απορίες είναι αυτό που χρησιμοποιείται συχνότερα ως κατασκευαστικό υλικό στους σωλήνες του δικτύου μεταφοράς και στις εγκαταστάσεις καθαρισμού του νερού. Τελικά στο «δολοφόνο» φαίνεται ότι μάλλον ανοίγουμε εμείς, αν όχι την πόρτα, τουλάχιστον τη... βρύση για να μπει αργά και σταθερά μέσα... Διότι, κάποια υλικά σωλήνων που χαρακτηρίζονται ως πλαστικά (κυρίως τα «πολυμερή του βινυλίου») δεν είναι στην πραγματικότητα και τόσο στέρεα και τρίβονται ή σπάζουν εύκολα. Η βιομηχανία, λοιπόν, για να τα κάνει πιο εύκολα στη χρήση τους από τους διάφορους τεχνίτες χρησιμοποιεί τους λεγόμενους πλαστικοποιητές. Γι’ αυτό το λόγο, χρησιμοποιήθηκε κάποια στιγμή το PCB (πολυχλωριωμένο διφαινύλιο), που διαλύεται δύσκολα σε λιπώδες περιβάλλον, όπως είναι οι ιστοί του οργανισμού μας, και αποικοδομείται ακόμη πιο δύσκολα στη φύση. Τελικά, και μετά από πολλές διαμαρτυρίες, αποσύρθηκε, και όπου το συναντούμε πρέπει να το αποφεύγουμε. Δυστυχώς, όμως, αντικαταστάθηκε από άλλο υλικό με φθαλικούς εστέρες, που επίσης δεν είναι ό,τι καλύτερο. Γι’ αυτό καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι καλό είναι να αποφεύγουμε τους πλαστικούς σωλήνες νερού από PVC, που περιέχουν και χλώριο και άλλα συστατικά, βολικά για τους κατασκευαστές, αλλά όχι απαραίτητα για τους ενοίκους. Προς το παρόν, καλύτερη επιλογή θεωρούνται οι χάλκινοι σωλήνες, που όμως ανεβάζουν κατά 15% το κόστος μιας καινούργιας υδραυλικής εγκατάστασης.


Ακόμη όμως και αν έχουμε χάλκινους σωλήνες στο σπίτι μας, το χλώριο μας χτυπάει την πόρτα μαζί με άλλες ύποπτες ουσίες, όπως τα βαρέα μέταλλα, όπου και να βρισκόμαστε, χάρη στην Ε.Υ.Δ.Α.Π. Έτσι, γίνεται αναπόφευκτο να καταφύγουμε στο φιλτράρισμα του νερού σε δύο σημεία του σπιτιού: πρώτα, λίγο πριν την είσοδο της παροχής νερού από το δίκτυο στο σπίτι, όπου ένα σχετικά ογκώδες φίλτρο κατακρατά περίπου το 60% του χλωρίου. Έπειτα, ένα φίλτρο στη βρύση της κουζίνας που κατακρατά έως και το 97% του χλωρίου πριν το νερό καταλήξει στο ποτήρι. Ζητήσαμε τη βοήθεια του κ. Αυγερινού Παπαδόπουλου, που είναι ο παλαιότερος επαγγελματίας στην αγορά των φίλτρων νερού, να μας δώσει μερικά στοιχεία ακόμη σχετικά με το νερό που πίνουμε. Έχει πάρει στα χέρια του και έχει μελετήσει τις αναλύσεις αναρίθμητων δειγμάτων από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Έτσι ξέρει καλά ότι, εξαιτίας των υπερβολών στη γεωργία με τα φυτοφάρμακα, των βιομηχανικών αποβλήτων, που είναι πλούσια σε βαρέα μέταλλα, των ρύπων της ατμόσφαιρας, που με τη βροχή καταλήγουν στο πόσιμο νερό και, τέλος, εξαιτίας όλων των βλαβερών συστατικών από τους σωλήνες αμιάντου, που ακόμη στοιχειώνουν κυριολεκτικά το δίκτυο της ύδρευσης, στη βρύση μας φτάνουν: μόλυβδος, αρσενικό, υδράργυρος, χρώμιο, αμίαντος, νιτρικά, άλατα ασβεστίου, κάλιο, νάτριο, μαγνήσιο. Ένα καλό φίλτρο από άνθρακα πρέπει να αφήνει να περνά το 97% των ωφέλιμων συστατικών (ασβέστιο, κάλιο, νάτριο, μαγνήσιο), ενώ τα βλαβερά να τα μειώνει αντίστοιχα σε ποσοστό πάνω από 97%. Επίσης, είναι καλό που δεσμεύει το χλώριο σε αρκετά μεγάλο ποσοστό από την αρχή της διαδρομής του νερού μέσα στο σπίτι, γιατί έτσι αποφεύγουμε να πλενόμαστε με νερό πολύ χλωριωμένο.

Σε ένα καινούργιο σπίτι, φτιαγμένο με κάποιες στοιχειώδεις προδιαγραφές υγείας και οικολογικής συμπεριφοράς, πρέπει να χρησιμοποιούμε χάλκινους σωλήνες και φίλτρα νερού.


Το πρώτο μεγάλο φίλτρο κατακρατά ένα μικρότερο ποσοστό βλαβερών ουσιών, διότι πρέπει να είναι αρκετά ικανοποιητική η ροή και η συνολική παροχή του νερού που μπαίνει στο σπίτι. Ένα δεύτερο φίλτρο συνδέεται στην κουζίνα, παίρνοντας παροχή από το σωλήνα του κρύου, και δίνει φιλτραρισμένο νερό από μια δεύτερη βρύση με ρυθμό περίπου 2,5-3 λίτρα το λεπτό.


● Ποτέ δεν κάνουμε σύνδεση με την παροχή του ζεστού νερού.
● Αν είναι μεγάλη η παροχή νερού στο τελικό στάδιο, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι δεν γίνεται αρκετά φροντισμένο φιλτράρισμα.
● O άνθρακας δεν πρέπει να είναι σε σκόνη και το νερό δεν πρέπει να περνάει και από το μεσοδιάστημα μεταξύ των τοιχωμάτων και των κόκκων του άνθρακα, γιατί δεν καθαρίζεται καλά.
● O άνθρακας πρέπει να είναι συμπαγής και οι πόροι του (από όπου και μόνο θα περνάει το νερό) να είναι μικρότεροι από μισό εκατομμυριοστό του μέτρου (< 0,5 μm).
● Το φίλτρο άνθρακα δεν κάνει απολύμανση, ούτε αλλάζει την οξύτητα του νερού (δηλαδή το pH).
● Το φίλτρο πρέπει να απαλλάσσει το νερό από οσμές, κολοβακτηρίδια, και πλήρως από το χλώριο.
● Καλό είναι να ζητούμε πιστοποιητικά καταλληλότητας, έστω και αν αυτά χορηγούνται μόνο από αρμόδιες αρχές ξένων χωρών, όπου τηρούνται αυστηρότερα οι προδιαγραφές ασφαλείας.


Τις περισσότερες φορές τα φίλτρα του νερού συνοδεύονται και από κάτι άλλο, για να μην κάθεται στο εσωτερικό των σωληνώσεων ίζημα, με τελικό αποτέλεσμα να φράζουν εξαιτίας της περιεκτικότητας του νερού σε ανθρακικό ασβέστιο. Στη μία περίπτωση, αυτό το «κάτι άλλο» είναι μαγνήτες σε σχήμα δαχτυλιδιού που περιβάλλουν το σωλήνα του νερού. Στην άλλη περίπτωση, είναι μια συσκευή με ηλεκτρομαγνήτες, η οποία αναγκαστικά πρέπει να είναι μόνιμα συνδεδεμένη σε πρίζα ρεύματος και δημιουργεί μαγνητικά πεδία ανάλογα με τη συχνότητα του ρεύματος που περνάει. Και στις δύο περιπτώσεις, το νερό περιέχει άλατα, όπως αυτά του ασβεστίου κυρίως, που διίστανται, δηλαδή χωρίζονται τα συστατικά τους σε δύο μέρη, ένα φορτισμένο θετικά και ένα αρνητικά. Αυτό όμως κάνει το νερό κατά κάποιον τρόπο, καθώς ρέει με τα φορτισμένα του συστατικά, να συμπεριφέρεται σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Εμφανίζεται, λοιπόν, αντίστοιχα ένα ρεύμα εξ επαγωγής, γίνεται στο νερό κάτι σαν μια μικροηλεκτρόλυση, με αποτέλεσμα τελικά τα φορτισμένα σωματίδια του ασβεστίου να προσκολλώνται όχι στα τοιχώματα του σωλήνα, αλλά σε άλλα, κινούμενα φορτισμένα σωματίδια, και έτσι να διατηρούνται σε μια αέναη αιώρηση μέχρι να καταλήξουν εκτός του εσωτερικού δικτύου των σωλήνων του σπιτιού. Το κακό με τις μαγνητικές αυτές συσκευές είναι ότι σε ένα συγκριτικό έλεγχο που έγινε από το Γαλλικό Τεχνικό Επιμελητήριο, από τις 47 συσκευές που ελέγχθηκαν πριν από κάποια χρόνια, οι 18 μείωσαν τις εναποθέσεις ασβεστίου στα τοιχώματα, 11 δεν έκαναν τίποτα και 18 αύξησαν τις εναποθέσεις (!). Άρα, η χρησιμότητα των μαγνητικών συσκευών είναι αμφίβολη.


Τα λεγόμενα βαρέα μέταλλα είναι όσα έχουν πυκνότητα τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερη από αυτήν του νερού. Ιδιαίτερα επικίνδυνα είναι ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, το κάδμιο και το χρώμιο. O μόλυβδος και ο υδράργυρος δημιουργούν ενώσεις που ονομάζονται σουλφίδια και έχουν την κακή... συνήθεια, όταν συναντούν τα πολύτιμα για τον άνθρωπο ένζυμα, να μπλοκάρουν ένα τμήμα τους και να μην τα αφήνουν να δράσουν όπως πρέπει. Το κακό είναι ότι και ο υδράργυρος και ο μόλυβδος έχουν την τάση να συσσωρεύονται στον οργανισμό και αν είναι σε ποσότητες μεγαλύτερες από αυτές που μπορεί να αποβάλει κάθε ημέρα το σώμα μας, τότε τα υπολείμματα δρουν στον εγκέφαλο αρκετά ύπουλα, αφού εμφανή συμπτώματα γίνονται αντιληπτά μετά από 15 ημέρες αφότου άρχισε η δράση τους. Τέτοια συμπτώματα είναι η απώλεια της αίσθησης της ισορροπίας, της όρασης και της ακοής. Επιπλέον, το κάδμιο οδηγεί σε απώλεια του ασβεστίου από τα κόκαλα, πόνους στο υπογάστριο, εμετούς και διάρροια. Το κακό είναι ότι και ελαφρά μέταλλα, όπως το βηρύλλιο, με τις αυξημένες ποσότητες που τα συναντούμε καθημερινά, έγιναν πλέον επικίνδυνα για την υγεία, ενώ το αρσενικό, που δεν είναι καν μέταλλο, επίσης μπλοκάρει τη δράση των ενζύμων και είναι καρκινογόνο.


Ευχαριστούμε τον κ. Αυγερινό Παπαδόπουλο της εταιρείας «Crystal Water »για τη συνεργασία.