«Μετά από χρόνια που έλειπα στο εξωτερικό, έκανα για πρώτη φορά ξανά Χριστούγεννα με την οικογένειά μου. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, κυρίως γιατί θα ξανάβλεπα την αδερφή μου, με την οποία δεν είχα επαφή από τότε που είχα φύγει. Ο λόγος; Στα 17 μου έμπλεξα με κάτι παρέες και άρχισα να παίρνω ναρκωτικά. Τραβιόμουνα μερικά χρόνια, η αδερφή μου το ήξερε και είχε απομακρυνθεί πολύ από μένα. Κάποια στιγμή της ζήτησα βοήθεια και συμπαράσταση για να ξεκόψω, η απάντησή της, όμως, ήταν: “Έχω δικά μου προβλήματα, βγάλ’ τα πέρα μόνη σου!”. Ένιωσα εγκαταλελειμμένη και προδομένη. Βέβαια, το πάλεψα, βοήθησαν και οι γονείς μου αρκετά, τα κατάφερα και μετά έφυγα για σπουδές στο εξωτερικό, χωρίς να μπορέσω να τη συγχωρήσω. Αυτή η χριστου­γεννιάτικη συνάντηση ήταν πολύ επώδυνη, ανταλλάξαμε μόνο τυπικές κουβέντες. Συνειδητοποίησα, όμως, πόσο υπέφερα μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια με αυτή την κατάσταση κι επίσης πόσο μου έλειπε η αδερφή μου. Ένιωσα ότι κάτι έπρεπε να γίνει, χωρίς βέβαια να ξέρω τι και πώς… Θα μπορούσα να τη συγχωρήσω;»




Αυτή είναι η μαρτυρία της Χριστίνας, 32 ετών, στην οποία έγινε μετά από χρόνια συνειδητή η ανάγκη να αρχίσει να συγχωρεί την αδερφή της. Όχι για κάποιον ηθικό λόγο, γιατί κάποιος της το είπε ή της το ζήτησε, αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι η ίδια είχε ανάγκη να λυτρωθεί από το βάρος αυτής της παλιάς, επώδυνης ιστορίας.
Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε αυτό που θεωρούμε ασυγχώρητο; Αντίθετα με ό,τι πολλές φορές πιστεύουμε, συγχωρώ δεν σημαίνει ξεχνώ, παίρνω σφουγγάρι και τα σβήνω όλα. Η συγχώρεση απαιτεί να θυμηθούμε, να ασχοληθούμε με αυτό που μας έκαναν, για να μπορέσουμε να το αφήσουμε πίσω και να συγχωρήσουμε.
Αν και πολλοί τη θεωρούν πράξη αδυναμίας και προτιμούν την εκδίκηση από τη συγχώρεση, εντέλει όλοι όσοι κατάφεραν να συγχωρήσουν ακόμη και βαριές αδικίες που υπέστησαν, συμφωνούν στο ότι πάνω απ’ όλα αυτό τους απελευθέρωσε από ένα μεγάλο βάρος και τους βοήθησε να προχωρήσουν παρακάτω στη ζωή τους με καινούργια ενέργεια. Η εκδίκηση, αντίθετα, αρνείται την αποδέσμευση από αυτό το βάρος και επιμένει σε μια υποχρέωση μίσους: «Αυτό δεν θα το συγχωρήσω ποτέ, θα το πληρώσει».



Η συγχώρεση είναι, βέβαια, μια διαδικασία πολύ βαθύτερη και δυσκολότερη από τη συγκατάβαση μια απλής συγγνώμης, που απαιτεί στις περισσότερες περιπτώσεις να ξεπεράσουμε το αίσθημα της αδικίας, τον ανθρώπινο εγωισμό μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Οι ψυχοθεραπευτές που έχουν ασχοληθεί με τη διαδικασία αυτή μιλούν για ορισμένα στάδια που πρέπει διαδοχικά να διανύσει κανείς για να μπορέσει τελικά να συγχωρήσει πραγματικά.


Το πρώτο στάδιο είναι καταρχήν η συνειδητοποίηση των ίδιων μας των συναισθημάτων, του ότι αυτό που μας έκαναν με κάποιον τρόπο μάς πόνεσε.
Συχνά συμβαίνει να προσπερνάμε κάτι πείθοντας τον εαυτό μας ότι «Δεν έγινε τίποτα», «Σιγά μην ασχοληθώ», «Μια χαρά είμαι». Για να αποφεύγουμε τον πόνο και την απογοήτευση, έχουμε αναπτύξει ένα σωρό «τεχνικές»: ξεχνάμε, εκλογικεύουμε, εξωραΐζουμε. Προστατεύουμε έτσι τον εαυτό μας από έντονα δυσάρεστα συναισθήματα, κάτι που μας είναι απαραίτητο για να επιβιώνουμε. Όταν κάτι πονάει πολύ, κάνουμε σαν να μη συνέβη… τουλάχιστον έως τη στιγμή που είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι εύκολο να βγούμε από αυτή τη «λήθη», γιατί είναι πολύ πιο ­βολικά έτσι. Δυστυχώς, όμως, αυτό το πάγωμα του συναισθήματος συνήθως γενικεύεται και υπάρχει ο κίνδυνος να παγώσουν όλα μας τα συναισθήματα.


Το δεύτερο στάδιο έχει να κάνει με τις ενοχές. Σχεδόν πάντα, όταν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο μας έχει βλάψει, κάπου μέσα μας υπάρχει η αίσθηση ότι φταίξαμε. Με αυτό τον τρόπο, αισθανόμαστε ότι έχουμε έναν έλεγχο της κατάστασης, ότι δεν είμαστε εντελώς εκτεθειμένοι στις βουλές και τις διαθέσεις του άλλου, στο τυχαίο, στη μοίρα. Μια γυναίκα που την παράτησε ο άνδρας της για μια άλλη, ρίχνοντας την ευθύνη στον εαυτό της, λέγοντας «Αν δεν τον πίε­ζα τόσο πολύ, δεν θα είχε φύγει», διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα ήταν στο χέρι της, έστω κι αν έχασε την ευκαιρία. Οι ενοχές, όμως, δυστυχώς δεν οδηγούν πουθενά, είναι αυτοκαταστροφικές και υπονομεύουν την αυτοεκτίμησή μας.



Το τρίτο στάδιο είναι αυτό της απομά­κρυνσης από το ρόλο του θύματος. Αυτό το στάδιο είναι πολύ σημαντικό, αλλά και ιδιαίτερα δύσκολο. Ο ρόλος του θύματος είναι από τους πιο «βολι­κούς», έστω κι αν ο τρόπος με τον οποίο μπήκαμε στο ρόλο αυτό ήταν οδυνηρός. Το να παραμένει κανείς θύμα έχει μια παράξενη «ευχαρίστηση»: υπάρχει πάντα ένας λόγος να μην αναλαμβάνει ευθύνες, να μη διεκ­δικεί, να μην προχωρά, να περιμένει την κατανόηση και τη φροντίδα των άλλων («Ο πατέρας μου ήταν ένας ανεύθυνος, που μας παράτησε όταν ήμουν μικρή… Πώς θα μπορέσω εγώ να σταθώ στα πόδια μου, τη στιγμή που αυτός που έπρεπε να με στηρίξει, να με ενθαρρύνει, δεν το έκανε ποτέ;»). Ο ρόλος αυτός, ιδιαίτερα όταν κανείς τον έχει υιοθετήσει για πολύ καιρό, απαιτεί μεγάλη προσπάθεια για να αποβληθεί. Διαφορετικά, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε συγχώρεση ούτε προσωπική ανάπτυξη.


Το τέταρτο στάδιο είναι το στάδιο της έκφρασης της αποδοκιμασίας και της οργής. Δεν είναι απαραίτητο αυτό να συμβεί ενώπιον του «θύτη», είναι όμως αναγκαίο να αναγνωρίσουμε και να μπορέσουμε να εκφράσουμε με λόγια το θυμό μας γι’ αυτό που μας έκανε: «Αν τον ξανασυναντού­σα, θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο, να τον κάνω να πονέσει όσο πόνεσα εγώ», «Φαντάζομαι τον εαυτό μου να τη βρίζει και να τη χαστουκίζει για να καταλάβει τι σήμαινε για μένα αυτό που έκανε τότε». Είναι παράξενο, αλλά η φάση αυτή, που μοιάζει σαν ένα «ζωντάνεμα» των συναισθημάτων, πολλές φορές φέρνει στην επιφάνεια και τα θετικά συναισθήματα, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πόσο σημαντικός ήταν ή εξακολουθεί να είναι ο άνθρωπος αυτός για εμάς.



Το πέμπτο στάδιο είναι αυτό του «ξεκαθαρίσματος» πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλον. Κατά κάποιον τρόπο είναι προαιρετικό. Πολλές φορές η ζωή μας μας έχει απομακρύνει εντελώς από ορισμένα πρόσωπα και δεν είναι απαραίτητο να τα αναζητήσουμε για να τους πούμε τι νιώθουμε. Η συγχώρεση αφορά πρώτα απ’ όλα εμάς τους ίδιους και μπορεί να δοθεί ακόμη κι αν δεν ξαναδούμε ποτέ τον άνθρωπο που μας «έβλαψε» και που τώρα συγχωρούμε. Παρ’ όλα αυτά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σημαντι­κές σχέσεις (γονείς, στενοί συγγενείς, αδερφικοί φίλοι), μπορεί να νιώσουμε την ανάγκη να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί τους και να τους εξηγήσουμε τι νιώθουμε.


Το τελευταίο στάδιο είναι η ίδια η συγχώρεση και δεν περιγράφεται εύκολα, απλούστατα γιατί ο καθένας την αισθάνεται με διαφορετικό τρόπο. Οι περισσότεροι άνθρωποι, πάντως, τη βιώνουν ως μια εσωτερική λύτρωση και ανακούφιση, όπως όταν τακτο­ποιούμε ένα δωμάτιο του σπιτιού μας που για πολύ καιρό ήταν βρόμικο, ακατάστατο και γεμάτο άχρηστα αντι­κείμενα που μας έπιαναν το χώρο.
Φυσικά, η διαδικασία αυτή δεν γίνεται συνειδητά και κατόπιν λογικής απόφασης, ούτε ξυπνάμε μια μέρα και λέμε: «Τώρα ξεκινώ με το πρώτο στάδιο». Συχνά χρειάζεται να περάσουμε πολύ καιρό κρατώντας μέσα μας την αίσθηση της αδικίας γι’ αυτό που μας έκαναν, είτε γιατί ο θυμός είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορούμε να τον ξεπεράσουμε είτε γιατί είναι προτιμότερο να μη σκαλίζουμε τα πράγματα γιατί ξέρουμε ότι θα πονέσουμε. Πολλές φορές, κάποιο συμβάν ή κάποια αλλαγή στη ζωή μας ­ενεργοποιεί μέσα μας τη διαδικασία της συγχώρεσης σαν μια ανάγκη να απαλλαγούμε από φορτία του παρελθόντος που σκιάζουν και το παρόν.
Η Χριστίνα το περιγράφει κάπως έτσι: «Δεν ήταν τυχαίο ότι ένιωσα έτσι σε αυτή τη χριστουγεννιάτικη συνάντηση με την αδερφή μου. Είχαμε αποφασίσει, μισό χρόνο πριν, με τον άνδρα μου να κάνουμε παιδί, αλλά είχα μια αποβολή. Αυτό μου κόστισε και με φόβισε αρκετά και, δεν ξέρω γιατί, με έκανε να σκεφτώ πολύ την αδερφή μου, τι σήμαινε για μένα, αν ήθελα να υπάρχει στη ζωή μου αντί να είμαστε σαν δύο ξένες. Νομίζω πως τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχα πονέσει και, περιέργως, ταυτόχρονα άρχισα να συγχωρώ…».





Η συγχώρεση δεν είναι πράξη αξιολόγησης, ούτε δικαιοσύνης. Για να συγχωρήσουμε, δεν έχει καμία σημασία να κρίνουμε αν αυτό που μας έκαναν ήταν καλό ή κακό και πόσο κακό και αν ο «φταίχτης», ο υπαίτιος, ο θύτης είναι άξιος τιμωρίας ή όχι. Στις περισσότερες περιπτώσεις που κάποιος διέπραξε ένα αδίκημα απέναντι σε κάποιον άλλον, ακόμη και αν έχει «αποδοθεί δικαιοσύνη», με την έννοια ότι έχει επιβληθεί τιμωρία, το «θύμα» εξακολουθεί να μη συγχωρεί το «θύτη», να διατηρεί το μίσος και τη μνησικακία. Η τιμωρία και η εκδίκηση μπορεί να δικαιώνουν, αλλά δεν ανακουφίζουν. Η συγχώρεση είναι σε αυτές τις περιπτώσεις, που μοιάζουν ανίατες και χωρίς ελπίδα, μια πράξη λύτρωσης, πρώτα απ’ όλα για το «θύμα».