Μια διατροφή «πλούσια» σε αλάτι, αλλά «φτωχή» σε φρούτα και δημητριακά ολικής άλεσης αποτελεί πλέον τη βασική τροποποιήσιμη αιτία για καρδιοπάθειες στον δυτικό κόσμο, σύμφωνα με ανησυχητική έρευνα.

Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, που συνήθως περιλαμβάνουν κορεσμένα λιπαρά, αλάτι και πρόσθετα σάκχαρα σε υψηλές ποσότητες, είναι γνωστό ότι αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής, εγκεφαλικού επεισοδίου και πρόωρου θανάτου.

Ωστόσο, πλέον οι ειδικοί αναφέρουν ότι οι απώλειες ζωών από καρδιοπάθειες προκαλούνται από μια νέα «τριάδα» διατροφικών παραγόντων υψηλού κινδύνου — οι οποίοι ευθύνονται για περισσότερους από 5 εκατομμύρια θανάτους το 2023.

Η έρευνα — η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Innovation Press — ανέλυσε δεδομένα από τη Μελέτη Παγκόσμιου Φορτίου Νόσων, παρακολουθώντας 13 διατροφικούς παράγοντες κινδύνου σε διάστημα 33 ετών.

Οι διατροφικοί κίνδυνοι ορίστηκαν ως ανισορροπίες στην πρόσληψη τροφών και θρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένης της υπερβολικής κατανάλωσης ανθυγιεινών συστατικών ή της ανεπαρκούς πρόσληψης προστατευτικών τροφών. Για παράδειγμα, διατροφές «φτωχές» σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς και σπόρους, όσπρια, φυτικές ίνες, ψάρια και ω-6 λιπαρά οξέα, καθώς και διατροφές «πλούσιες» σε νάτριο, trans λιπαρά οξέα, επεξεργασμένο κρέας, ροφήματα με προστιθέμενη ζάχαρη και κόκκινο κρέας.

Η ανάλυση έδειξε ότι αυτά τα διατροφικά πρότυπα συνέβαλαν σημαντικά στη στεφανιαία νόσο καθώς και στο εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η μελέτη ανέδειξε επίσης μια έντονη διαφορά μεταξύ των φύλων, με τους άνδρες να είναι σημαντικά πιο πιθανό να αναπτύξουν καρδιοπάθειες λόγω κακής διατροφής σχεδόν σε όλες τις 204 χώρες που εξετάστηκαν. Οι ερευνητές το αποδίδουν αυτό στο γεγονός ότι οι άνδρες τείνουν να έχουν συχνότερα επιβλαβείς συνήθειες — όπως το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ — οι οποίες μπορεί να αλληλεπιδρούν με τη διατροφή και να αυξάνουν τη συνολικό επιβάρυνση.

Γεωγραφικές ανισότητες ήταν επίσης ιδιαίτερα έντονες, με την Κίνα να καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις (1,36 εκατομμύρια), ακολουθούμενη από την Ινδία (1,11 εκατομμύρια).

Ωστόσο, όταν εξετάστηκαν τα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με το μέγεθος του πληθυσμού, τα νησιωτικά κράτη του Ειρηνικού, είχαν το μεγαλύτερο επιβαρυντικό φορτίο. Οι ειδικοί ανέφεραν ότι αυτό πιθανότατα οφείλεται στη λεγόμενη «διατροφική μετάβαση» — τα φρέσκα τοπικά προϊόντα αντικαθίστανται από εισαγόμενες, έντονα επεξεργασμένες εναλλακτικές.

Οι ελλείψεις στα συστήματα υγείας και οι οικονομικές ανισότητες είναι επίσης πιθανό να παίζουν ρόλο, περιορίζοντας τόσο την πρόληψη όσο και τη θεραπεία των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

«Συνολικά, αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η βελτίωση της διατροφικής ποιότητας πρέπει να παραμείνει βασικός πυλώνας της παγκόσμιας πρόληψης των καρδιαγγειακών νοσημάτων», δήλωσε ο καθηγητής Guoshuang Feng, ειδικός στα ιατρικά δεδομένα στο Παιδιατρικό Νοσοκομείο του Πεκίνου και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Καρδιοπάθειες: Συνοπτικά τα ευρήματα αναδεικνύουν 3 βασικές αιτίες

1) Κακή ποιότητα διατροφής (πολλά «βλαβερά» τρόφιμα)

  • πολύ αλάτι
  • επεξεργασμένα τρόφιμα
  • trans λιπαρά, ζάχαρη, κόκκινο κρέας

2) Έλλειψη «προστατευτικών» τροφών

  • λίγα φρούτα και λαχανικά
  • λίγες φυτικές ίνες (ολικής άλεσης προϊόντα, όσπρια κ.λπ.)
  • χαμηλή πρόσληψη ψαριών και «καλών» λιπαρών

3) Περιβάλλον & κοινωνικοί παράγοντες

  • φθηνά/εύκολα διαθέσιμα επεξεργασμένα τρόφιμα
  • οικονομικές ανισότητες
  • έλλειψη εκπαίδευσης ή πρόσβασης σε υγιεινή διατροφή

Με απλά λόγια:

Δεν είναι μόνο «τι τρώμε», αλλά:

  • τι τρώμε υπερβολικά
  • τι δεν τρώμε καθόλου
  • και γιατί το περιβάλλον μας, μας σπρώχνει προς αυτή τη διατροφή

Οι ερευνητές κατέληξαν:

«Το φορτίο καρδιαγγειακών παθήσεων που αποδίδεται στη διατροφή παραμένει σημαντικό και άνισα κατανεμημένο μεταξύ των πληθυσμών, με την υψηλή πρόσληψη νατρίου και τη χαμηλή κατανάλωση δημητριακών ολικής άλεσης και φρούτων να συμβάλλουν σταθερά στο μεγαλύτερο ποσοστό.

Η ενίσχυση της ποιότητας της διατροφής πρέπει να παραμείνει κεντρική στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων και οι πολιτικές δημόσιας υγείας καθώς και οι κλινικές οδηγίες θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα σε παρεμβάσεις που στοχεύουν στους βασικότερους διατροφικούς παράγοντες κινδύνου, ώστε να μειωθούν οι πρόωροι θάνατοι από καρδιοπάθειες παγκοσμίως.»