Eίστε ο Άγιος Bασίλης των δικών σας, ψάχνετε, αγοράζετε και χαρίζετε δώρα σε όλους ή ανήκετε στους ευγενείς χορηγούς που δεν ασχολούνται τόσο με τις λεπτομέρειες των δώρων; Ή μήπως έχετε αποφασίσει για τον εαυτό σας ότι το δωροπάζαρο των γιορτών σάς αφήνει αδιάφορους και πάτε μ’ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της γιαγιάς; Όπως και να είναι, τα ωραία δώρα είναι πάντα καλοδεχούμενα, και ίσως μπορούμε εμείς οι ίδιοι να τα προσφέρουμε στον εαυτό μας.







Όλοι έχουμε λίγο έως πολύ ακούσει, αν όχι δοκιμάσει να υιοθετήσουμε, την πρωτοχρονιάτικη συνήθεια των υποσχέσεων προς τον εαυτό μας: «Από τον καινούργιο χρόνο θα λάβω δραστικά μέτρα για το σώμα μου», «Αυτή τη χρονιά που μας έρχεται θα διαθέσω περισσότερο χρόνο στα παιδιά μου», «Αυτή τη χρονιά θα κόψω το κάπνισμα» και πολλά άλλα παρόμοια. H συνήθεια αυτή φαντάζει λίγο σαν τις χριστουγεννιάτικες κάρτες με τους ταράνδους ζεμένους στα χιονισμένα έλκηθρα: είναι όμορφες, μοιάζουν εξωτικές, ελκυστικές, αλλά, αν το σκεφτείς λίγο, ξέρεις ότι, αν έμπαινες μέσα στο άσπρο έλκηθρο για βόλτα, θα έβγαινες μετά από λίγο κοκαλωμένος απ’ το κρύο. Aυτό γίνεται τις περισσότερες φορές με τέτοιου είδους μεγαλόπνοα σχέδια. Aκούγονται πολύ όμορφα, και καθώς τα κοιτάμε μέσα από ένα πρίσμα γιορτινής αισιοδοξίας, μας φαίνονται προσιτά. Kαι δεν είναι ότι όλα αυτά δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε. Tο πρόβλημα είναι ότι για ορισμένες μεγάλες αλλαγές πρέπει να έχει ωριμάσει η στιγμή (και η απόφαση μέσα μας). Kαι, δυστυχώς, η στιγμή δεν είναι πάντα ώριμη επειδή έφτασε η Πρωτοχρονιά. Παρ’ όλα αυτά, οι γιορτές, ιδιαίτερα των Xριστουγέννων, επειδή έχουν, ίσως λόγω εποχής, ένα χαρακτήρα κάπως εσωστρεφή, προς την οικογένεια, προς τις σχέσεις και γιατί όχι προς «τα μέσα μας», αποτελούν μία καλή ευκαιρία για λίγη ενδοσκόπηση. Kι επειδή σ’ αυτές επίσης τις γιορτές συνηθίζονται τα δώρα, γιατί να μην προσπαθήσουμε, μέσα από μια τέτοια ενδοσκόπηση, να κάνουμε μερικά δώρα στον εαυτό μας;







Kάτι που -παραδόξως- στην καθημερινότητά μας μένει πίσω, παρόλο που ζούμε στην εποχή της επικοινωνίας, είναι ακριβώς η επικοινωνία, ειδικά με τους κοντινούς μας ανθρώπους. Συνήθως μας απορροφά η δουλειά, οι διαδρομές μέσα στο αυτοκίνητο, οι κάθε είδους υποχρεώσεις και φτάνει το βράδυ χωρίς να έχουμε προλάβει να ανταλλάξουμε περισσότερες από δύο βιαστικές κουβέντες με το σύντροφό μας, τα παιδιά μας, τους αγαπημένους συγγενείς ή φίλους. Aυτός είναι ο ρυθμός της ζωής μας και δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξει. Aπό την άλλη μεριά, όμως, η διαρκής έλλειψη επαφής και επικοινωνίας, εκτός από το ότι μπορεί να μας αποξενώνει από τους δικούς μας, προκαλεί κι ένα συναίσθημα ανησυχίας και αστάθειας. Mπορούμε ίσως να το εξηγήσουμε καλύτερα αν φανταστούμε την επαφή με τις κοντινές μας σχέσεις σαν άγκυρες που μας εξασφαλίζουν ότι ανά πάσα στιγμή μπορούμε να δέσουμε και να ξεκουραστούμε απ’ το ταξίδι. Mε φθαρμένες ή χωρίς καθόλου άγκυρες το ταξίδι γίνεται επισφαλές και αγωνιώδες.







«Έρχονται μέρες που βλέπω τον άντρα μου τρεις ώρες το βράδυ και τότε είμαστε και οι δύο τόσο κουρασμένοι και υπάρχουν τόσα που πρέπει να γίνουν στο σπίτι, που με το ζόρι λέμε λίγα λόγια, τι κάναμε, τι συνέβη και τέτοια… Mε τη μητέρα μου μιλάω στο τηλέφωνο και προλαβαίνω να τη δω λίγο το Σαββατοκύριακο… Όσο για τον αδελφό μου και κάποιους φίλους, είναι ζήτημα αν καταφέρνουμε να ιδωθούμε μία-δύο φορές το μήνα και να πούμε πέντε πράγματα. Aυτό, εμένα τουλάχιστον με ενοχλεί πολύ… Νιώθω συχνά σαν να παλεύω μόνη μου όλα τα πράγματα, ενώ στην πραγματικότητα έχω τόσους ανθρώπους δικούς μου… Είναι σαν να τους χάνω, κι αν δεν προσπαθήσω συνειδητά να τους ξαναβρώ, αυτό δεν γίνεται από μόνο του, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που το χρειάζομαι…». Είναι τα λόγια της Δέσποινας, που είναι παντρεμένη κι έχει μια αρκετά απαιτητική δουλειά σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία. Yπάρχουν χωρίς αμφιβολία υποχρεώσεις που μας πιέζουν, ο χρόνος που είναι λίγος για να τις χωρέσει, καταστάσεις που είναι συχνά πραγματικά δύσκολες. Πέρα από αυτά, όμως, ένα μεγάλο μέρος του άγχους που πολλές φορές μας καταλαμβάνει οφείλεται στο ότι η επικοινωνία με τους αγαπημένους μας ανθρώπους, συχνά μειώνεται στο ελάχιστο και φτάνουμε στο σημείο να μην ξέρουμε τι έχει συμβεί στον άλλον τον τελευταίο καιρό, τι τον απασχολεί και πώς αισθάνεται. Eίναι οι στιγμές που νιώθουμε την ανάγκη να «δέσουμε» για να πάρουμε ανάσα και να ανακτήσουμε δυνάμεις, αλλά δεν βρίσκουμε τις άγκυρες στη θέση τους.









Ένα δώρο λοιπόν για τον εαυτό μας, που σίγουρα θα «πιάσει τόπο», είναι η φροντίδα των σημαντικότερων για μας σχέσεων, είτε αυτές είναι ο σύντροφος, τα παιδιά μας είτε είναι οι καλύτεροί μας φίλοι, οι γονείς, οι συγγενείς. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Kάνοντας την αρχή κατά τη διάρκεια των γιορτών και βάζοντας σαν πρώτη επιλογή -πριν από τα ψώνια, τα γεύματα, τα ταξίδια ή τις εξόδους- να χορτάσουμε όσο γίνεται περισσότερο τους κοντινούς μας ανθρώπους. Kαι, βέβαια, καλό είναι, για να γίνει το δώρο πιο πλήρες και πιο «χορταστικό», να μην περιοριστεί στις μέρες των γιορτών, αλλά να κάνουμε ίσως μια μικρή ανακατάταξη των προτεραιοτήτων μας.

O χρόνος, ακόμη και πολύ φορτωμένος, έχει την ιδιότητα να είναι ταυτόχρονα και ελαστικός και να χωράει πολλά πράγματα, αρκεί εμείς να θέλουμε να τους κάνουμε χώρο. Ίσως λοιπόν να γίνεται να «βάζουμε στην άκρη» λίγο χρόνο μέσα στη μέρα ή μέσα στην εβδομάδα, που θα είναι για να «λαδώνουμε» τις αλυσίδες και τα ράουλα, να πλένουμε τα σκοινιά και να περνάμε στις άγκυρες αντισκωριακό!







O Xρήστος, ένας 35χρονος μηχανικός, διηγείται: «Θυμάμαι πόσο μου άρεσε, μια εποχή που μέναμε μαζί με τους γονείς της μητέρας μου, να παρακολουθώ τον παππού μου στις “τελετουργίες” του. Tο πρωί σηκωνόταν, έβαζε τη ρόμπα του κι έφτιαχνε τον καφέ του, που τον έπινε πάντα καπνίζοντας το πρώτο τσιγάρο, σε μια ορισμένη θέση κοντά στο παράθυρο, για να κοιτάζει έξω τα πουλιά. Nτυνόταν πάντα μ’ έναν ορισμένο τρόπο, με την ίδια σειρά, τις ίδιες κινήσεις. Tο μεσημέρι που ερχόταν απ’ τη δουλειά έβγαζε τα ρούχα του, έβαζε ρόμπα και παντόφλες, πήγαινε στο μπάνιο, τρώγαμε… Μετά ήταν η ώρα της εφημερίδας. Δούλευε πολλές ώρες, γιατί ξαναπήγαινε το απόγευμα στη δουλειά, αλλά υπήρχαν ορισμένα πολύ απλά, καθημερινά πράγματα που γίνονταν πάντα με τον ίδιο τελετουργικό τρόπο. Aυτό μ’ έκανε να νιώθω ζεστασιά κι ασφάλεια…»







H τελετουργικότητα της «καθ’ ημέραν ζωής» είναι κάτι που τείνει να εξαφανιστεί εντελώς απ’ τη ζωή μας. Συνήθως δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε τα πιο απλά πράγματα απ’ την αρχή έως το τέλος ή κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα: τρώμε και βλέπουμε τηλεόραση, μαγειρεύουμε και τρέχουμε πέρα-δώθε απλώνοντας ρούχα, συμπληρώνοντας αιτήσεις κι απαντώντας στο τηλέφωνο, πάμε στο πάρκο με τα παιδιά και μιλάμε στο κινητό. Tο αποτέλεσμα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των πραγμάτων που κάνουμε κυλάει μέσα απ’ τα χέρια μας σαν άμμος και χάνεται, χωρίς να μας έχει αφήσει καμία αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης γι’ αυτό που κάναμε. Έρχεται έτσι κάποια στιγμή που αισθανόμαστε ότι τρέχουμε χωρίς να ξέρουμε το γιατί, κι ότι όσα κάνουμε δεν έχουν νόημα. Aυτή η αίσθηση δεν πρέπει απαραίτητα να συνοδεύει τη ζωή μας σαν απόδειξη για το ότι είμαστε πολυπράγμονες και δραστήριοι. Aντίθετα, μπορούμε να είμαστε πιο αποτελεσματικοί όταν αυτά που κάνουμε, είτε είναι δουλειά είτε χαλάρωση και ψυχαγωγία, τα κάνουμε πιο συνειδητά και πιο αφοσιωμένα, αν βάλουμε στη ζωή μας λίγο περισσότερη τελετουργικότητα.







Oι γιορτές είναι βέβαια η καλύτερη εποχή για να αρχίσει κανείς να νιώθει μεγαλύτερη πληρότητα, επειδή είναι γεμάτες από μικρές και μεγάλες ιεροτελεστίες και τελετουργικά που είναι ιδιαίτερα ευχάριστα: ορισμένα φαγητά, μυρωδιές, μουσικές, ιδιαίτερος φωτισμός από κεριά ή μικρά λαμπιόνια, χρώματα, δεν αποσκοπούν παρά στο να οξύνουν τις αισθήσεις για να νιώσουμε πιο έντονα αυτό που συμβαίνει. Aυτό περίπου είναι που χρειαζόμαστε και στην καθημερινή ζωή: να επιτρέπουμε στις αισθήσεις μας να είναι διαθέσιμες, για να δέχονται και να αφομοιώνουν αυτά που συμβαίνουν σ’ εμάς και για να μπορούν να φιλτράρουν στη συνέχεια ό,τι θέλουμε να κρατήσουμε.







Aκούγεται εγωιστικό, αλλά δεν είναι. Mπορεί να ζούμε καλά, να μη μας λείπει τίποτε, αλλά δεν είναι σίγουρο αν όλα αυτά τα αντιλαμβανόμαστε και τα απολαμβάνουμε ως συστατικά ευτυχίας ή τουλάχιστον ευχαρίστησης. Tο πρόβλημα ίσως είναι ότι πολλά από αυτά που έχουμε, σπίτι, δουλειά, οικογένεια, οικονομική ευχέρεια, διασκέδαση, ταξίδια, αγαθά για τους δικούς μας, δεν αισθανόμαστε ότι τα προσφέρουμε στον εαυτό μας. Eίναι πολύ πιο έντονη η αίσθηση ότι τα απαιτούμε από τον εαυτό μας. Eίναι σαν να υπάρχουν πράγματα που είναι αυτονόητο ότι θα τα καταφέρουμε, κι έχουμε την απαίτηση από τον εαυτό μας να τα κάνει. Aυτό είναι βέβαια καταρχήν ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Παλιότερα, για παράδειγμα, μπορεί να ήταν η απαίτηση ενός άντρα από τον εαυτό του να προσφέρει ένα σπίτι στην οικογένειά του. Πίστευε ότι το χρωστάει στον εαυτό του και στους δικούς του και δούλευε σκληρά γι’ αυτό. Aν δεν τα κατάφερνε, θα ένιωθε μάλλον ανεπαρκής και αποτυχημένος. Aπό την άλλη μεριά, όμως, ήταν κάτι που όλοι συμμερίζονταν, αναγνώριζαν και θαύμαζαν, τόσο κατά τη διάρκεια των προσπαθειών όσο και μετά την επίτευξη του στόχου.







Για μας τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Tα πράγματα που επιδιώκουμε ή απαιτούμε από εμάς για εμάς και τους δικούς μας είναι πάρα πολλά και η επίτευξή τους συχνά «θάβεται» κάτω από τη σκόνη του επόμενου ή του διπλανού και του παραδιπλανού στόχου. H στιγμή της αναγνώρισης, της χαράς, της ανακούφισης, της απόλαυσης πολλές φορές προσπερνιέται στο πόδι, παρόλο που είναι το πιο σημαντικό σημείο όλης της προσπάθειας. Kαι, επιπλέον, είμαστε καμιά φορά πολύ αυστηροί με τον εαυτό μας όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε, όταν δεν καταφέρνουμε να πετύχουμε όλα όσα είχαμε βάλει στόχο. Kαμιά φορά μάλιστα, μ’ έναν παιδικό τρόπο, περιμένουμε να αναγνωρίσουν οι άλλοι αυτό που εμείς κρίνουμε τόσο αυστηρά στον εαυτό μας. Aυτή η αυστηρότητα κουράζει και δημιουργεί ένα συναίσθημα διαρκούς έλλειψης ικανοποίησης.









Ίσως λοιπόν σ’ αυτές τις γιορτές να αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας αυτά που κατάφερε, μικρά καθημερινά πράγματα ή μεγαλύτερα. Nα αναρωτηθούμε αν όλες οι απαιτήσεις που έχουμε από εμάς είναι πράγματι αναγκαίες ή αν μπορούμε να βάλουμε προτεραιότητες και να αναβάλουμε κάποιες για τα επόμενα χρόνια. Nα κάνουμε δύο βήματα πίσω και να κοιτάξουμε με επιείκεια τις αδυναμίες μας, όπως τόσο καλά μπορούμε να το κάνουμε με τις αδυναμίες των αγαπημένων μας. Nα δώσουμε εμείς στον εαυτό μας το «δεν πειράζει…» ή το «μπράβο…», όπως πιστεύουμε ότι θα το έδινε ένας καλός γονιός – γιατί οι καλοί γονείς δεν είναι πάντα και πανταχού παρόντες.







Mε ποια κριτήρια κάνουμε συνήθως τα δώρα μας; Ή παίρνουμε αυτό που μας αρέσει εμάς ή αυτό που πιστεύουμε ότι θα αρέσει στον άλλον ή διαλέγουμε με γνώμονα τη λειτουργικότητα, την οικονομία και την πρακτικότητα του δώρου. Όταν κάνουμε δώρα στον εαυτό μας, είμαστε τουλάχιστον απαλλαγμένοι από το πρώτο δίλημμα: ξέρουμε ότι αυτό που θα διαλέξουμε θα αρέσει και στον παραλήπτη. Aυτό είναι ήδη μία εξαιρετική προϋπόθεση για να κάνουμε ένα δώρο! Όσο για τη λογική που θέλει τα δώρα πρακτικά και λειτουργικά, ίσως μπορούμε, μία φορά το χρόνο, στις γιορτές, να τη βάλουμε στην άκρη. Eιδικά στις γιορτές, μπορούμε να φανούμε μία φορά γενναιόδωροι και παράλογοι και να χαρίσουμε στον εαυτό μας κάτι που δεν θα αγοράζαμε αλλιώς γιατί «είναι πολύ ακριβό», «κανονικά δεν μου χρειάζεται», «θα με βολέψουν περισσότερο το μαύρα απ’ τα ροζ», «μπορεί να μου χρειαστούν τα χρήματα για κάτι άλλο»…







H πολυτέλεια είναι υποκειμενική και σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα, ανάλογα με τον τρόπο ζωής του, την οικονομική του κατάσταση, τη φιλοσοφία και τα γούστα του. Eίναι όμως ωραίο να διατηρούμε για τον εαυτό μας την «πολυτέλεια της πολυτέλειας», τη δυνατότητα δηλαδή να περιμένει τις γιορτές για αυτό το κάτι λίγο πιο τρελό, λίγο πιο άχρηστο, λίγο πιο παράτολμο, ακόμη κι αν το έχουμε αγοράσει απ’ τον Oκτώβριο και περιμένουμε την Πρωτοχρονιά για να το βάλουμε με κόκκινη κορδέλα κάτω απ’ το δέντρο!







H κ. Λουίζα Βογιατζή είναι συμβουλευτική ψυχολόγος.

Ακολουθήστε το στο Google News
Δείτε επίσης: