Όταν είμαστε ερωτευμένοι, βλέπουμε στον άλλον τον καταπληκτικότερο άνθρωπο του κόσμου. Τον βλέπουμε τέλειο, κι αν υπάρχουν κάποιες στιγμές που διαβλέπουμε κάποιες μικροατέλειες, ο έρωτας και ο ενθουσιασμός μάς βοηθούν να τις δικαιολογούμε και να τις παρατηρούμε με τρυφερότητα. Η ευχή μας είναι να μείνουμε κι οι δύο έτσι για πάντα. Κι όμως… καμία σχέση δεν μένει αλώβητη από το πέρασμα του χρόνου και τη συνήθεια, που φέρνουν στο προσκήνιο τα μειονεκτήματα, τις ατέλειες, τα κουσούρια, τις «απαράδεκτες» πλευρές του χαρακτήρα του αγαπημένου έτερου ημίσεως. Και τότε αρχίζουμε να ευχόμαστε να ήταν… αλλιώς και θέλουμε να τον αλλάξουμε!




Όταν ο Νίκος και η Νέλλη γνωρίστηκαν, όλοι απόρησαν. Όσο κι αν οι φίλοι του τη συμπάθησαν από την πρώτη στιγμή, δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς θα αντέξει αυτός ο ήσυχος, μάλλον εσωστρεφής και λιγομίλητος άνδρας αυτή τη γυναίκα-θύελλα! Και οι δικοί της φίλοι, που ένιωσαν αμέσως να τους κερδίζει η ηρεμία που εξέπεμπε αυτός ο άνθρωπος, δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι η υπερδραστήρια, δυναμική, υπέρ το δέον κοινωνική φίλη τους θα μπορέσει να εναρμονίσει τους ρυθμούς της με τους αργούς και ήσυχους ρυθμούς του Νίκου. Ήταν όμως και οι δύο ερωτευμένοι. Έτσι, όταν το έφερνε η συζήτηση, ο Νίκος αντέκρουε: «Θα δείτε που θα ησυχάσει κι αυτή μαζί μου και θα είναι και πιο ευτυχισμένη», ενώ με παρόμοιο τρόπο απαντούσε και η Νέλλη: «Θα δείτε που θα του κάνει καλό και θα μάθει μαζί μου να είναι πιο εξωστρεφής». Όταν φάνηκαν όμως τα πρώτα σύννεφα στον ορίζοντα της σχέσης τους και άρχισαν εκατέρωθεν τα παράπονα και η κριτική, η απάντηση και των δύο ήταν: «Το ήξερες από την αρχή ότι είμαι έτσι εγώ». Πράγματι, κανείς δεν είχε υποκριθεί ότι είναι κάτι άλλο, όμως και οι δύο είχαν βαθιά μέσα τους ελπίσει ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν τον άλλον…


Φυσικά, κανείς από τους δύο -και κανείς γενικά, όταν ξεκινάει μια σχέση- δεν είπε συνειδητά και ξεκάθαρα: «Εγώ θέλω να τον/την αλλάξω». Βλέποντας όμως μέσα από το πρίσμα του έρωτα κάποια στοιχεία του άλλου που έμοιαζαν λίγο «δύσκολα», είχαν μέσα τους την πεποίθηση ότι μέσα από τη σχέση και την αγάπη «θα αλλάξει». Αν ήταν διαφορετικά, ίσως να μην ξεκινάγαμε ποτέ σχέσεις με προοπτική «σοβαρή», γιατί θα βλέπαμε από την αρχή όλα αυτά με τα οποία πρόκειται στο μέλλον να δυσκολευτούμε. Υπάρχουν βέβαια μερικές περιπτώσεις που η πρόθεση «Εγώ θα τον αλλάξω» εκφράζεται ξεκάθαρα από την αρχή της σχέσης. Κάποιοι άνθρωποι ξεκινούν σχέσεις επειδή, κάπως ψυχρά και ορθολογιστικά, βλέπουν σε έναν άλλον άνθρωπο κάποια στοιχεία που τους «κάνουν». Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό· μπορεί μάλιστα μια τέτοια σχέση, απαλλαγμένη από τις αυταπάτες του έρωτα, να πάει πολύ καλά. Καμιά φορά όμως δεν σταματάει εκεί, αλλά με εντελώς υπολογιστικό τρόπο ξεκινάει μια προσπάθεια «να τον φέρω στα μέτρα μου». Αυτό, πέρα από το ότι συνήθως αποδεικνύεται μάταιο, έχει και μια λογική χειρισμού του άλλου που δεν αφήνει κανένα περιθώριο ειλικρίνειας και αυθεντικότητας μέσα στη σχέση και μάλλον την οδηγεί στη διάλυση.




Γενικά, όταν δύο άνθρωποι ερωτεύονται, είναι στην αρχή ακριβώς οι διαφορές τους που κάνουν ελκυστικό τον ένα στον άλλον. Αργότερα, οι διαφορές αυτές γίνονται ενοχλητικές, επειδή λείπει η αμοιβαία κατανόηση για τις εκατέρωθεν ιδιαιτερότητες. Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε αυτή την κατανόηση; Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να αλλάξουμε τον άλλον και, ως άλλοι θεοί, να τον πλάσουμε όπως θα θέλαμε εμείς να είναι;




Για κάθε ερωτική-συντροφική σχέση ισχύει ότι θέλουμε να νιώθουμε ότι μπορούμε να έχουμε επιρροή πάνω στον άλλον. Αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε ότι μετράμε γι’ αυτόν, ότι οι επιθυμίες μας, τα συναισθήματά μας, οι σκέψεις μας, η προσωπικότητά μας είναι σημαντική γι’ αυτόν. Είναι ωραίο να ξέρουμε ότι ο άλλος αλλάζει, ακόμη ωραιότερο ότι γίνεται «καλύτερος άνθρωπος» για χάρη μας. Αυτό συμβαίνει στις σχέσεις. Είτε απλά και σιωπηλά επειδή προσαρμοζόμαστε, εξελισσόμαστε, ωριμάζουμε υπό την επήρεια της σχέσης, είτε μέσα από την κριτική του άλλου και τις συγκρούσεις, όταν είμαστε σε θέση να δούμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια του και να παραδεχτούμε τις «αδυναμίες» μας. Ανάμεσα όμως σε αυτή την αμοιβαία «μεταμόρφωση», που γίνεται για το καλό της σχέσης, και τη φιλοδοξία να γίνει ο άλλος όπως τον θέλουμε εμείς, η διαφορά είναι τεράστια. Η φιλοδοξία αυτή δεν είναι άλλο από την ανάγκη να έχουμε τον έλεγχο πάνω στη σχέση, που σε μερικούς ανθρώπους είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Όσο πιο ανασφαλής αισθάνεται κανείς, όσο πιο μεγάλη ανάγκη έχει να στηριχτεί πάνω στον άλλον και να εξαρτήσει την ευτυχία του από αυτόν, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη να τον «φέρνει στα μέτρα του», ώστε να μη χάνει τον έλεγχο.




Όταν σε ένα ζευγάρι αρχίσουν οι γκρίνιες και τα παράπονα, μια πολύ συνηθισμένη φράση είναι η εξής: «Αν εσύ ήσουν αλλιώς, δεν θα φερόμουν κι εγώ έτσι». O άλλος μας κρατά τον καθρέφτη μέσα στον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. Στην αρχή της σχέσης η εικόνα που βλέπουμε μέσα σε αυτόν είναι πολύ κολακευτική. Όταν όμως ο άλλος αρχίσει να «μην είναι πια αυτός που ήταν στην αρχή», δεν βλέπουμε μόνο αυτόν να γίνεται «χειρότερος», αλλά αρχίζει και η εικόνα του εαυτού μας να είναι λιγότερο τέλεια. Τότε είναι που ελπίζουμε ότι, αλλάζοντας τον άλλον, θα αλλάξουμε κι εμείς και η σχέση, επειδή αυτό είναι πολύ πιο εύκολο και λιγότερο επώδυνο από το να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας και να προσπαθήσουμε να τον αλλάξουμε.




Κάθε σχέση ξεκινάει με προσδοκίες. Περιμένουμε πράγματα από το σύντροφό μας, από την κοινή μας ζωή, από τη ζωή μας. O «ρομαντισμός» που επικρατεί όταν δινόμαστε με τον ενθουσιασμό του έρωτα σε μια σχέση, μας κάνει να πλάθουμε όνειρα και να τρέφουμε φαντασιώσεις. Καθώς περνάει ο καιρός, επανερχόμαστε στην πραγματικότητα -θέλοντας και μη- και αναγκαζόμαστε να συμβιβαστούμε με κάτι λιγότερο από αυτό που είχαμε φανταστεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι εύκολο να χαμηλώσει κανείς τις προσδοκίες του για μια «ευτυχισμένη σχέση», για «ευτυχισμένη ζωή». Έτσι, συντηρείται η πεποίθηση ότι τα προβλήματα στη σχέση, οι δυσκολίες, η μιζέρια που φέρνει πολλές φορές η καθημερινότητα της ζωής θα άλλαζαν και όλα θα γίνονταν καλύτερα αν ο άλλος άλλαζε, αν «είχε αυτό και δεν είχε εκείνο», αν ήταν «λίγο πιο…» και «λιγότερο…». Αυτά που δεν μας αρέσουν στον άλλο γίνονται ξαφνικά η αιτία που δεν περνάμε καλά. Κι επειδή δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ίσως αυτό που φαντασιωνόμαστε δεν είναι εφικτό, προτιμάμε να ρίχνουμε την ευθύνη στα στραβά του άλλου.




Η επιθυμία μας να αλλάξουμε τον άλλον και το γεγονός ότι έχουμε προσδοκίες από τη σχέση δεν είναι μόνο αρνητικό. Όποιος δεν έχει καμία απαίτηση από τον άλλον και συμβιβάζεται με όλα μπορεί και να έχει παραιτηθεί εσωτερικά από τη σχέση. Αυτά που περιμένουμε από τον άλλον, όταν θέλουμε να τον αλλάξουμε, κρύβουν και μια ευκαιρία για πραγματική αλλαγή και εξέλιξη. Υπάρχουν όμως ορισμένοι όροι και προϋποθέσεις.

. Ό,τι ισχύει για μας άλλο τόσο ισχύει και για τον άλλον. Δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι εμείς είμαστε τέλειοι και μόνο ο άλλος πρέπει να αλλάξει. Μόνο όταν παραδεχτούμε -ειλικρινά και απέναντι στον εαυτό μας κυρίως- ότι έχουμε κι εμείς τα στραβά μας, τα οποία συντελούν στα προβλήματα της σχέσης, είμαστε σε θέση να κινητοποιήσουμε και τον άλλο να αλλάξει. Καλό είναι, λοιπόν, αν στη σχέση μας έχει παγιωθεί μια κατάσταση του τύπου «ο ένας πάντα γκρινιάζει και ο άλλος πάντα αμύνεται», να αντιστρέφουμε ενίοτε τους όρους και να ρωτάμε τι παράπονα έχει και ο άλλος από μας.

Κάθε άνθρωπος έχει, σύμφωνα με τον Κ. Γιουνγκ, ένα πυρήνα στο χαρακτήρα του που χρωματίζει τη συμπεριφορά του και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Αυτό τον πυρήνα δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε, όπως δεν μπορούμε να ζητήσουμε από μια τίγρη να αλλάξει τις ραβδώσεις στη γούνα της. Αν μας ενδιαφέρει η σχέση αυτή, μας μένει μόνο να μάθουμε να τον αποδεχόμαστε.

Η αλλαγή δεν μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την αρνητική κριτική, την γκρίνια, το θυμό και την επιθετικότητα. Για να νιώσει ο άλλος τι είναι αυτό που μας ενοχλεί πραγματικά, πρέπει να δει και νιώσει και την πιο ευαίσθητη και μαλακή μας πλευρά: αυτήν που λυπάται για ό,τι συμβαίνει, που νιώθει μοναξιά, που έχει ανάγκη από την τρυφερότητα και την οικειότητα μαζί του. Από φόβο μήπως ο άλλος «επωφεληθεί» από την αδυναμία μας, τείνουμε να δείχνουμε πιο σκληροί από ό,τι νιώθουμε πραγματικά. Όταν όμως του δείχνουμε την πιο μαλακή πλευρά μας, χωρίς κάθε φορά να τον στήνουμε στον τοίχο, του δίνουμε την ευκαιρία να εκδηλώσει ενδιαφέρον και κατανόηση και να έρθει πιο κοντά μας.


Τότε μας άρεσε, τώρα μας ξινίζει…

Δεν συνειδητοποιούμε ότι τις πιο πολλές φορές αυτά που μας εξοργίζουν στον άλλον και θέλουμε να τα αλλάξουμε ή, αν είναι δυνατόν, να τα διαγράψουμε, είναι η «άλλη όψη του νομίσματος», αυτών ακριβώς των στοιχείων που μας γοήτευσαν και τον έκαναν να είναι πολύ ελκυστικός για μας. Έτσι, το ότι δεν ξεκουνιέται και μας κάνει να βαριόμαστε είναι ίσως η άλλη πλευρά της ηρεμίας που τόσο μας άρεσε τον πρώτο καιρό. Το ότι κάνει σκηνές ζηλοτυπίας και θέλει συνεχώς να μας ελέγχει είναι η άλλη πλευρά του πάθους με το οποίο μας διεκδίκησε στην αρχή και που μας έκανε να ζήσουμε τόσο έντονες στιγμές. Κι αν τον βλέπουμε να είναι συνεχώς στον κόσμο του, ασυνεπής και ανεύθυνος, αυτό σίγουρα δεν είναι άσχετο με τη χαλαρή, μποέμικη γοητεία που εξέπεμπε και που μας έκανε να τον ερωτευτούμε.