Ο Σεπτέμβριος είναι πολύ δύσκολος μήνας. Εκτός του ότι είναι «ο μήνας των λογαριασμών», όσοι είναι γονείς πρέπει να δώσουν και τη μάχη να «επανεντάξουν» το παιδί τους στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και κυρίως στο διάβασμα για το σχολείο. Η συνταγή για το δεύτερο είναι στάνταρ: καθάρισε το γραφείο σου, απομάκρυνε ό,τι σου αποσπά την προσοχή, κάνε ένα ωρολόγιο πρόγραμμα και τήρησέ το, βάλε στόχους, βάλε όρια.


Υπάρχουν, όμως, νεότερες έρευνες που ανατρέπουν όσα ξέραμε ως «συνταγή αποτελεσματικής μελέτης». Διαβάσαμε για αυτές στους «New York Times» και σας μεταφέρουμε μια περίληψη, μιας που το θέμα δεν αφορά μόνο μικρά παιδιά, αλλά και φοιτητές ή και συνταξιούχους που θέλουν να μάθουν μια καινούργια τέχνη. Μία από αυτές τις έρευνες δείχνει π.χ. ότι πολλοί βελτιώνουν τη μαθησιακή ικανότητά τους (δηλαδή μαθαίνουν καλύτερα εκείνο που μελετούν) αλλάζοντας τόπο διαβάσματος. Αντί, δηλαδή, να διαβάζουν στο γραφείο τους, βγαίνουν και διαβάζουν στη βεράντα ή σε άλλο σημείο.


Ο Robert A. Bjork, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Λος Άντζελες, λέει σχετικά ότι πολλά από όσα θεωρούμε δεδομένα για το «καλό διάβασμα», σε τελική ανάλυση δεν τεκμηριώθηκαν ποτέ εμπειρικά σε βαθμό που να δικαιολογεί την απόλυτη πίστη μας σε αυτά. Ενώ πιστεύουμε π.χ. ότι το καλύτερο περιβάλλον για μελέτη είναι το ήσυχο, στην πράξη αποδεικνύεται ότι πολλοί μελετούν καλύτερα όταν ακούν μουσική. Και ενώ όλοι θεωρούν τους περισπασμούς εχθρό της γνώσης, υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι αφομοιώνουμε και θυμόμαστε καλύτερα τις πληροφορίες που διαβάζουμε όταν στον χώρο μελέτης υπάρχει παράθυρο με ενδιαφέρουσα θέα παρά όταν βρισκόμαστε σε δωμάτιο χωρίς παράθυρο ή με τα ρολά κατεβασμένα. Η ποικιλία στο περιβάλλον μάλλον δείχνει να βοηθά την απομνημόνευση, γιατί ο εγκέφαλος δημιουργεί περισσότερες συσχετίσεις και συνειρμούς, ενώ στον κλειστό, «συγκεντρωμένο χώρο» χωρίς περισπασμούς, ο μελετητής πρέπει απλά να παπαγαλίσει και να εντάξει την πληροφορία στον εγκέφαλό του ως έχει.


Άλλο ένα στοιχείο που θεωρούσαμε δεδομένο φαίνεται πως δεν είναι. Αναφερόμαστε στο μύθο τού να καταπιάνεσαι με ένα πράγμα και να μην ασχολείσαι με τίποτα άλλο μέχρι να το τελειώσεις. Σύμφωνα με έρευνες, οι εναλλαγές στα αντικείμενα μελέτης βοηθούν τον εγκέφαλο να αφομοιώσει περισσότερες πληροφορίες σε σύγκριση με τη μονομερή μελέτη – π.χ. 2 ώρες Μαθηματικά και μετά 1 ώρα Αρχαία. Ίσως, δηλαδή, είναι καλύτερο το παιδί να διαβάζει επί τρία τέταρτα της ώρας Μαθηματικά και μετά να πιάνει τα Αρχαία, και να καταπιάνεται με τα Μαθηματικά αργότερα.


Ο δημοσιογράφος της αμερικανικής εφημερίδας επισημαίνει επίσης κάτι «αιρετικό», ότι, σύμφωνα με ειδικούς, «το να ξεχνάμε βοηθά τη γνώση». Εξηγεί ότι «κάθε φορά που ξεχνάμε κάτι, αφήνουμε χώρο για να μάθουμε κάτι άλλο ή, πάντως, μας δίνεται η ευκαιρία να ξαναμάθουμε το ίδιο πράγμα και καθώς το ξαναδιαβάζουμε, να το εμπεδώσουμε πολύ καλύτερα».


Οι ειδικοί, τέλος, επισημαίνουν ότι όσο και να μισούμε τα τεστ, αυτά αποτελούν στην ουσία εργαλεία γνώσης. Διαπιστώνουν, δηλαδή, με πειράματα ότι όταν διαβάζουμε κάτι μια φορά και δίνουμε τεστ επ’ αυτού, το θυμόμαστε καλύτερα 10 μέρες μετά σε σύγκριση με το να διαβάσουμε το ίδιο κεφάλαιο 3 φορές και να μη δώσουμε τεστ.