Πρόσφατη ανάλυση έγινε η αιτία για να ξεκινήσει μια ευρεία αντιπαράθεση μεταξύ των ειδικών όσον αφορά τα οφέλη για την υγεία από τον περιορισμό στην κατανάλωση αλατιού.


Σε μια ανάλυση 7 μελετών που συμπεριλάμβαναν συνολικά 6.489 συμμετέχοντες, βρετανοί ειδικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η μείωση της κατανάλωσης αλατιού πράγματι οδήγησε σε μικρές μειώσεις στις τιμές της αρτηριακής πίεσης, οι οποίες όμως δεν συσχετίζονταν με μικρότερα ποσοστά πρόωρου θανάτου ή καρδιαγγειακού κινδύνου. Η ανάλυση των βρετανών ειδικών, επικεφαλής της οποίας είναι ο Robert Taylor από το Πανεπιστήμιο Exeter, δημοσιεύτηκε στο «The Cochrane Library».


Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι μέχρι τώρα σχετικές μελέτες δεν ήταν μεγάλης κλίμακας ώστε να φανούν τυχόν οφέλη στην καρδιαγγειακή υγεία από τον περιορισμό του αλατιού και ζήτησαν μεγαλύτερες και μακροχρόνιες σχετικές μελέτες.


Ωστόσο, η μελέτη των βρετανών ειδικών δέχθηκε σκληρή κριτική από τους ειδικούς στη διατροφή διεθνώς ως αποσπασματική και ερευνητικά ελλιπής. «Η έρευνα αυτή δεν αλλάζει τις προτεραιότητες που έχουν τεθεί διεθνώς για μια μείωση της πρόσληψης αλατιού από τον πληθυσμό προκειμένου να προληφθούν τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά», δήλωσε ο Francesco Cappuccio, επικεφαλής του τμήματος Διατροφής του Πανεπιστημίου Warwick, το οποίο συνεργάζεται με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.


Επίσης, η Elaine Rush, καθηγήτρια Διατροφής στο Πανεπιστήμιο Auckland της Αυστραλίας, επεσήμανε ότι «δεν είναι εποικοδομητικό να επικεντρώνει κανείς το ερευνητικό του ενδιαφέρον σε μεμονωμένες έρευνες και γενικευμένες διαιτητικές συμβουλές για ένα μόνο τρόφιμο, όπως το αλάτι».


Οι συγγραφείς της μετα-ανάλυσης επισημαίνουν ότι το ποσοστό θανάτου από διατροφικές διαταραχές, ιδιαίτερα από την ανορεξία, είναι υψηλότερο από εκείνο της κατάθλιψης και της σχιζοφρένειας.