Σύμφωνα με καναδούς και βρετανούς ερευνητές οι συνθήκες διαβίωσης τις οποίες ζήσαμε ως παιδιά συσχετίζονται με σημαντικές αλλαγές στο DNA που εξακολουθούν να ανιχνεύονται ακόμη και στη μέση ηλικία και οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία μας.


Η ομάδα των ερευνητών από το Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ, του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολούμπια στο Βανκούβερ και του UCL Ινστιτούτου για την Υγεία του Παιδιού στον Λονδίνο αναζήτησαν στοιχεία μεθυλίωσης των γονιδίων που σχετίζονται με τους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες της παιδικής ηλικίας. Με απλά λόγια προσπάθησαν να εντοπίσουν αν ο τρόπος και οι συνθήκες ζωής μπορούν να αφήσουν το βιολογικό τους αποτύπωμα στο DNA και να συνεχίσουν να επηρεάζουν την υγεία σε μεγαλύτερη ηλικία, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο.


Οι ερευνητές εστίασαν τη μελέτη τους σε 40 βρετανούς που συμμετείχαν σε μια άλλη μεγάλη έρευνα 10.000 ατόμων που ήδη «έτρεχε» σε ανθρώπους που είχαν γεννηθεί μετά το 1958. Πιο συγκεκριμένα, μελέτησαν δείγμα του DNA από το αίμα των συμμετεχόντων. Το δείγμα λήφθηκε όταν εκείνοι ήταν 45 ετών. Οι ειδικοί επέλεξαν ανθρώπους με διαμετρικά αντίθετους τρόπους διαβίωσης στην παιδική τους ηλικία όσον αφορά την οικονομική και την κοινωνική τους κατάσταση. Συνολικά έκαναν αναλύσεις σε περισσότερα από 20.000 γονίδια.Το ενδιαφέρον είναι ότι πράγματι διαπίστωσαν ένα ξεκάθαρο προφίλ μεθυλίωσης του DNA σε εκείνους που απολάμβαναν ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο στην παιδική, αλλά και στην ενήλικη ζωή τους.


«Αυτή είναι η πρώτη φορά που καταφέραμε να δείξουμε ότι υπάρχει ένας συσχετισμός μεταξύ των οικονομικών συνθηκών της παιδικής ηλικίας και της βιοχημείας του DNA», δήλωσε ο Moshe Szyf, καθηγητής φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου McGill. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η μελλοντική έρευνα θα δείξει πιο δίκτυο γονιδίων φέρει αλλαγές που σχετίζονται με συγκεκριμένες νόσους.


Η έρευνα δημοσιεύθηκε online στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Epidemiology.