Οι γυναίκες που λαμβάνουν συνδυασμό οιστρογόνων και προγεστερόνης στην εμμηνόπαυση διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του μαστού, σύμφωνα με νεότερη ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό Journal of the National Cancer Institute.


Οι ερευνητές με επικεφαλής τον Dr Rowan Chlebowski ογκολόγο από το Ινστιτούτο Βιοιατρικών Ερευνών του Πανεπιστημίου του Λος Αντζελες (UCLA) ανέλυσαν τα στοιχεία 42.000 γυναικών που είχαν μπει στην εμμηνόπαυση κατά μέσο όρο περισσότερο από έντεκα χρόνια. Από τις γυναίκες αυτές περισσότερες από 25.000 δεν είχαν πάρει ορμονοθεραπεία, ενώ 16.000 είχαν λάβει συνδυασμό οιστρογόνων και προγεστερόνης. Οι ερευνητές δεν συμπεριέλαβαν στη μελέτη τους τις γυναίκες που λάμβαναν μόνο οιστρογόνα, δεδομένου ότι όπως αναφέρουν, αυτά συνήθως χορηγούνται σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή.


Στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης των γυναικών 2.200 εξ’ αυτών είχαν αναπτύξει καρκίνο του μαστού. Σύμφωνα με τον Dr Chlebowski συγκρίνοντας τις γυναίκες που δεν είχαν λάβει ορμονοθεραπεία ο κίνδυνος της νόσου ήταν υψηλότερος για εκείνες που είχαν λάβει τον συνδυασμό ορμονών.


Μάλιστα είναι ενδιαφέρον ότι οι πιθανότητες της νόσου ήταν τριπλάσιες για τις γυναίκες που έλαβαν τη συνδυαστική θεραπεία κοντά στην εμμηνόπαυση σε σύγκριση με εκείνες που την ξεκίνησαν μετά από δέκα χρόνια.


Ο Dr Chlebowski εκτιμά ότι οι γυναίκες που ξεκινούν ορμονοθεραπεία κοντά στην εμμηνόπαυση μάλλον έχουν ακόμη «κυκλοφορούντα» οιστρογόνα στον οργανισμό τους τα οποία σε συνδυασμό με τα χορηγούμενα οιστρογόνα της ορμονοθεραπείας τον επιβαρύνουν. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο χρόνος έναρξης της ορμονοθεραπείας τελικά παίζει ρόλο. Βέβαια εξηγούν ότι η έρευνά τους βρήκε έναν συσχετισμό μεταξύ των δυο αυτών παραμέτρων (χρόνου έναρξης ορμονοθεραπείας και κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού), αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει σχέση αιτίου – αποτελέσματος.


Είναι απαραίτητο ωστόσο οι γυναίκες να συμβουλεύονται τους γιατρούς τους για τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της ορμονοθεραπείας με σκοπό την αντιμετώπισης των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης (όπως οι εξάψεις και οι εφιδρώσεις).