Αν και οι γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο από τις καρδιαγγειακές νόσους, ο καρκίνος του μαστού είναι η πάθηση που τις φοβίζει περισσότερο. Από την άλλη, όμως, είναι και από τους καρκίνους με ιδιαίτερα ευνοϊκή πρόγνωση, εφόσον διαγνω­στεί πρώιμα. Τα βήματα που έγιναν τα τελευταία χρόνια και τα «όπλα» που έχουν στη διάθεσή τους οι επιστήμονες για να τον αντιμετωπίσουν είναι σημαντικά. Ωστόσο, «η νόσος του πολιτισμού», όπως αποκαλείται η ασθένεια, κρατά ακόμη κρυμμένα μυστι­κά. Τα αλληλοσυγκρουόμενα ευρήματα επιστημονικών ερευνών για την αιτιο­λο­γία της, τις δυνατότητες πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας της, συχνά ενισχύουν το μυστήριο που την περιβάλλει. Επειδή, όμως, ξέρουμε ότι η γνώση είναι δύναμη και πιστεύουμε ότι μαθαίνοντας περισσότερα ανησυχούμε λιγότερο, απευθυνθήκαμε στον ­διακεκριμένο παθολόγο-ογκολόγο κ. Ηλία Αθανασιάδη, επισκέπτη επίκουρο καθηγητή Αιματο­λογίας-Ογκολογίας στο Northwestern University του Σικάγο, ο οποίος λύνει τις απορίες μας και μας δίνει πολύτιμες συμβουλές… ζωής.




Εκτίμησή μου είναι ότι η βελτίωση αυτή οφείλεται ­πρώτον στην πιο αποτελεσματική πρόληψη, που συνίσταται στη μαζική εφαρμογή της κλινικής εξέτασης και της μαστογραφίας. Και δεύτερον, στα μεγάλα βήματα που έχουν γίνει όσον αφορά τη συστηματική θεραπεία. Τη χημειοθε­ραπεία, δηλαδή, και την ορμονοθεραπεία, που χορηγούνται αμέσως μετά το χειρουργείο και κάνουν διαφορά ζωής. Αν, για παράδειγμα, σε έναν ­προχωρημένο καρκίνο του μαστού, πρόκειται να κάνει υποτροπή το 70% των γυναικών, το ποσοστό αυτό θα ελαττωθεί στο 40% με τη μετεγχειρητική θεραπεία. Επομένως, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, οι θεραπείες αυτές σώζουν τη ζωή σε 3 από τις 10 γυναίκες. Στη βελτίωση, όμως, της θνητότητας από καρκίνο του μαστού, αλλά και στην ελάττωση της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται, βοήθησε σημαντι­κά και το γεγονός ότι πολύ λιγότερες γυναίκες πλέον υποβάλλονται σε ορμονική υποκατάσταση μετά την εμμηνόπαυση.




Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, οι γυναίκες υποβάλλο­νταν μαζικά σε ορμονική υποκατάσταση, η οποία αρχικά χορηγούνταν με στόχο την πρόληψη της καρδιακής νόσου, της οστεοπόρωσης και άλλων προβλημάτων που εμφανίζονται ή επιδεινώνονται με την εμμηνόπαυση. Γρήγορα, όμως, αυτό πήρε διαστάσεις… κινήματος, ­καθώς το θέμα ήταν και ιδεολογικό. «Μια γυναίκα δεν μπορεί να στερηθεί τις ορμόνες της», πίστευαν με φανατισμό. Τελικά, μελέτες έδειξαν ότι η ορμονική υποκατάσταση όχι μόνο δεν βοηθά στην πρόληψη καρδιοπαθειών, ­αλλά επιβαρύνει σε μικρό ποσοστό τις γυναίκες με προδιάθεση στον καρκίνο του μαστού. Έτσι, κάποια στιγμή δόθηκαν οδηγίες να σταματήσουν οι γυναίκες να ­παίρνουν ορμονική υποκατάσταση και διαπίστωσαν ότι τα τελευταία 10 χρόνια σημειώθηκε μείωση της συχνότητας εμφά­νισης καρκίνων του μαστού και μάλιστα των ­αποκλειστικά ορμονοεξαρτώμενων. Στην ουσία, δηλαδή, έγινε ένα φυσικό πείραμα.




Οι κύριες μορφές τoυ καρκίνου του μαστού είναι το πορο­γενές και το λοβιακό καρκίνωμα, που αναπτύσσονται αντίστοιχα στους πόρους και τα λοβία του μαζικού ­αδένα. Η νόσος χαρακτηρίζεται ως προδιηθητική, αναπτύσσεται μόνο τοπικά, και διηθητική, έχει δηλαδή δυνατότητα μετάστασης. Το στάδιο Ι της νόσου περιορίζεται μόνο στο μαστό, το στάδιο ΙΙ περιλαμβάνει και μετάσταση στους λεμφαδένες κάτω από τη μασχάλη, ενώ το στάδιο ΙΙΙ χαρακτηρίζεται από τοπικά προχωρημένη νόσο με μετάσταση στο δέρμα. Τέλος, το στάδιο IV είναι συστηματικό νόσημα με απομακρυσμένες μεταστάσεις. Οι τοπικές θεραπείες είναι η χειρουργική και η ­ακτινοθεραπεία. Παλαιότερα, η ριζική μαστεκτομή ήταν απαραίτητη, ενώ τώρα οι περισσότερες γυναίκες διατηρούν το μαστό τους. Οι συστηματικές θεραπείες είναι η χημειοθεραπεία, η ορμονοθεραπεία και οι βιολογικές στοχευμένες ­θεραπείες. Για να καθοριστεί η κατάλληλη συστηματική θεραπεία, οι κακοήθειες του μαστού χαρακτηρίζονται ως ορμονοεξαρτώμενες ή μη. Επίσης, το 20-25% των καρκίνων του μαστού χαρακτηρίζονται από υπερέκφραση της πρωτεΐνης her2, που τους προσδίδει επιθετική συμπεριφορά και ταχεία ανάπτυξη μεταστατικής νόσου.




Κάθε ασθενής έχει τον καρκίνο του. Και η δυνατότητα που έχουμε πλέον να χαρακτηρίζουμε ατομικά κάθε καρκίνο του μαστού είναι σπουδαίο βήμα, γιατί μας βοηθά και να προβλέψουμε τη συμπεριφορά του και να χορηγήσουμε την κατάλληλη θεραπεία.




Ένας μικρός καρκίνος του μαστού μετριέται σε χιλιοστά. Όταν, λοιπόν, έχεις έναν τέτοιον καρκίνο με αρνητικούς λεμφαδένες, τότε η πιθανότητα ίασης ξεπερνά εύκολα το 90%. Άρα, έχει σημασία η πρώιμη διάγνωση, η οποία επιτυγχάνεται με τη μαστογραφία. Κάποτε οι όγκοι μετρούνταν σε εκατοστά και είχε χαθεί ήδη πολύτιμος ­χρόνος. Σήμερα, χάρη στη μαστογραφία, πολλοί όγκοι πλέον μετρούνται σε χιλιοστά και είναι ιάσιμοι σε ­μεγάλο ποσοστό.




Μια γυναίκα πρέπει να ανησυχήσει καταρχήν αν ψηλαφί­σει κάτι που δεν είχε ψηλαφίσει ποτέ στο μαστό της. Επιπλέον, αν υπάρχει αιματηρή ροή από τη θηλή, ο μαστός γίνεται πιο σκληρός, αλλάζει σχήμα, γίνεται ασύμμετρος, πονάει ή τραβιέται με τρόπο που δεν έχει παρατηρηθεί ξανά, τότε πρέπει να σπεύσει στο γιατρό.




Πράγματι, δεν δίνουμε πια συστάσεις για αυτοεξέταση του μαστού, γιατί δεν τη θεωρούμε πολύ πετυχημένη μέθοδο πρώιμης διάγνωσης. Το σωστό είναι μια γυναίκα να παρακολουθείται τακτικά από το γιατρό της και να κάνει την καθιερωμένη μαστογραφία της. Η μοναδική σύσταση είναι ότι η γυναίκα πρέπει να είναι ­εξοικειωμένη με το μαστό της, για να διαπιστώσει έγκαιρα μια νέα ­μάζα ή μια αλλαγή στη δομή του μαστού.




Δεν μπορούμε να πούμε ότι τα αντισυλληπτικά χάπια προκαλούν καρκίνο του μαστού, αλλιώς θα τα είχαμε απαγορεύσει. Παρ’ όλα αυτά, νιώθουμε ανασφαλείς όταν μια γυναίκα παίρνει αντισυλληπτικά χάπια για μεγάλο χρονικό διάστημα.




Οι παχιές γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο, καθώς, όπως φαίνεται σε μελέτες, η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις μετεμ­μη­νο­παυσιακές γυναίκες. Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, μια ­γυναίκα να διατηρεί σταθερό το βάρος της σε όλη τη διάρκεια της ζωής της και ειδικά βέβαια μετά την εμμηνό­παυση.




Από τη δική μου αντίληψη και εμπειρία όχι. Δεν έχω δει καμία στατιστική που να λέει ότι μια γυναίκα με μεγάλο στήθος έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθει καρκίνο του μαστού.




Δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Η ανάπτυξη του καρκίνου δεν εξαρτάται από το τι μάζα μαστικού αδένα έχεις.




Ο καρκίνος του μαστού είναι και κληρονομούμενη νόσος και εξαρτώμενη από επιβαρυντικούς παράγοντες. Οι πιο πολλοί καρκίνοι του μαστού που συναντάμε δεν ανευρίσκονται σε μια κληρονομούμενη βάση. Εξαρτώνται από περιβαλλοντικά αίτια. Όσον αφορά την κληρονομική επιβάρυνση, αυτή δημιουργείται όταν ελαττωματικά γονίδια μεταδίδονται από το γονιό στο παιδί. Έως σήμερα, έχουν αναγνωριστεί ορισμένα από αυτά, όπως το BRCΑ-1 και το BRCΑ-2. Οι γυναίκες που έχουν μεταλλάξεις ­(βλάβες) σε αυτά τα γονίδια, έχουν πολύ μεγάλη πιθανότητα στη διαδρομή της ζωής τους να παρουσιάσουν κάποια στιγμή καρκίνο του μαστού. Από εκεί και πέρα υπάρχουν και άλλα γονίδια, τα οποία απλώς κάνουν μια γυναίκα πιο επιρρεπή σε καρκινογόνους παράγοντες του περιβάλλοντος. Δηλαδή, αν όλες οι γυναίκες εκτεθούν σε έναν καρκινογόνο παράγοντα, τότε μπορεί μόνο αυτές που έχουν την κληρονομική προδιάθεση να εμφανίσουν καρκίνο του μαστού.




Αυτή τη στιγμή γίνονται εξετάσεις στο γονιδίωμα και προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε γονίδια που εγκυμονούν μεγαλύτερο κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού. Τέτοιου είδους εξετάσεις επιλέγουμε να κάνουμε μόνο στις γυναίκες που έχουν ένα πραγματικά επιβαρυμένο κληρονομικό δέντρο. Στην ουσία, βρίσκουμε τις θέ­σεις εκείνες των γονιδίων που είναι μεταλλαγμένες και αυξάνουν την πιθανότητα για κληρονομούμενο καρκίνο του μαστού.




Αν βρεθεί ότι μια γυναίκα έχει κληρονομούμενα μεταλλαγμένα γονίδια BRCΑ-1 και BRCΑ-2, τότε έχει μεγάλο κίνδυνο να αναπτύξει καρκίνο του μαστού ή της ωοθήκης, ή ακόμη και άλλους καρκίνους σε μικρότερη πιθανότητα. Μια γυναίκα σαν κι αυτή έχει τη δυνατότητα να λάβει μέτρα τα οποία ελαττώνουν την πιθανότητα ενός καρκί­νου, αλλά αυτά πολλές φορές μπορεί να είναι πολύ βάναυσα. Μπορεί, δηλαδή, να είναι η αμφοτερόπλευρη μαστεκτομή ή η αμφοτερόπλευρη ωοθηκεκτομή. Με την ωοθηκεκτομή ελαττώνεται και η πιθανότητα να αναπτυχθεί ένας καρκίνος του μαστού.




Σαφώς προσβάλλει και τους άνδρες. Οι στατιστικές δείχνουν ότι για κάθε 100 γυναίκες με καρκίνο του μαστού νοσεί ένας άνδρας. Φαίνεται, μάλιστα, ότι οι άνδρες έχουν πιο επιθετικούς καρκίνους. Επιπλέον, αν σε ένα γενεαλο­γικό δέντρο υπάρχει και άνδρας με καρκίνο του μαστού, τότε η πιθανότητα κληρονομούμενου καρκίνου είναι αρκε­τά μεγαλύτερη. Και ο κίνδυνος αυτός μεταφέρεται φυσικά και στο κορίτσι και στο αγόρι. Το αγόρι, βέβαια, αντιμετωπίζει συνολικά μικρότερο κίνδυνο να τον αναπτύξει, γιατί στατιστικά ο καρκίνος του μαστού είναι πιο σπάνιος στους άνδρες, αλλά μπορεί να τον κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.




Σε μια υγιή γυναίκα, η πρώτη μαστογραφία πρέπει να γίνεται στην ηλικία των 40 ετών. Πρόκειται για μαστογρα­φία με χαμηλή δόση ακτινοβολίας. Μετά πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά το χρόνο. Η μαστογραφία, βέβαια, πρέπει να συνοδεύεται και από κλινική εξέταση. Μα­στογραφία σε νεότερη ηλικία γίνεται μόνο αν υπάρχουν ­κλινικές ενδείξεις ή κληρονομική επιβάρυνση. Γενικά, σε γυναίκες κάτω των 60 ετών, προτιμάμε η μαστογραφία να είναι ψηφιακή.




Η δόση της ακτινοβολίας που παίρνουμε είναι πολύ μικρή. Μια γυναίκα έχει να κερδίσει από αυτή την εξέταση και δεν αυξάνει την πιθανότητα να κάνει έναν καρκίνο επειδή κάνει μαστογραφία.




Η ψηφιακή ανάλυση της εικόνας δίνει τη δυνατότητα σε κάποιον να μπορεί να τη χειριστεί ακόμη και μετά. Έχει μεγάλη διαφορά να πάρεις μια ψηφιακή πληροφορία που να μπορείς να την αναλύσεις, ούτως ώστε να πάρεις περισσότερες πληροφορίες.




Αν μια γυναίκα μετά τη διάγνωση δεν εκδηλώσει καρκίνο του μαστού για τα επόμενα 5 χρόνια, παραμένει με έναν πολύ μικρό κίνδυνο υποτροπής ανά έτος, για πολλά χρόνια, αλλά είναι πραγματικά μικρός. Γενικά, σε μια ­γυναίκα με καρκίνο του μαστού λέμε ότι οι μισές υποτροπές ­γίνονται τα πρώτα 2,5 χρόνια.




› Να μην παχύνετε, ειδικά μετά την εμμηνόπαυση.

› Να ασκείστε. Η τακτική άσκηση δρα προς όφελος της γυναίκας και στην πρόληψη καρκίνου του μαστού. › Να υιοθετήσετε μια ισορροπημένη διατροφή και να αποφεύγετε τη συστηματική κατανάλωση ζωικών λιπών και γενικότερα κορεσμένων λιπαρών.




Το να θηλάσει μια γυναίκα ή να έχει νωρίς στη ζωή της μια κύηση είναι το κατάλληλο περιβάλλον για να μη δημιουρ­γηθεί ένας καρκίνος του μαστού. Ωστόσο, δεδο­μένου ότι ο καρκίνος του μαστού είναι μια πολυπαραγοντι­κή νόσος, αυτό δεν είναι απόλυτο. Αφορά κάποιους τύπους καρκίνου του μαστού και όχι όλους.




Η πιο μεγάλη υπόσχεση είναι ότι έχουμε αναλύσει πολύ καλά τη βιολογία του καρκινικού κυττάρου. Έχει πια ­ξεδιπλωθεί το μυστήριο και αυτή τη στιγμή ξέρουμε ότι ο καρκίνος είναι ένας οργανισμός που έχει ορισμένο ­μηχανισμό που στηρίζει τον εαυτό του. Επομένως, όσο καλύτερα ξέρεις τον εχθρό, τόσο καλύτερα μπορείς να τον πολεμήσεις. Όλες αυτές οι πρόοδοι είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Συχνά, βλέπουμε στην τηλεόραση ή διαβάζουμε στην εφημερίδα για κάποιο «θαύμα» που έγινε. Θαύματα, όμως, δεν γίνονται. Η πρόοδος επιτυγχάνεται βήμα-βήμα και ουσιαστικά πολλά μικρά και φαινομενικά ασήμαντα βήματα που κάνουμε κάθε μέρα προσθέτουν στο τελικό αποτέλεσμα.





Ο δρ. Ηλίας Αθανασιάδης είναι ογκολόγος-παθολόγος, διευθυντής στην Ογκολογική Κλινική της «Ευρωκλινι­κής Αθηνών» και του «Κυανού Σταυρού». Αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ολοκλήρωσε την ειδικότητα της Παθολογίας στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, εκπαιδεύτηκε στην Αιματολογία-Ογκολογία στο Πανεπιστήμιο Northwestern του Σικάγο. Ανέπτυξε πλούσιο ερευνητικό έργο με το Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Eντάχθηκε στις τάξεις του Πανεπιστημίου, όπου και σήμερα συνεργάζεται ως Visiting Assistant Professor. Για τις δραστηριότητές του στις ΗΠΑ διακρίθηκε και βραβεύτηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας (ASCO). Έχει πλούσιο συγγραφικό και ερευνητικό έργο και κατ’ επανάληψη είναι προσκεκλημένος ομιλητής σε συνέδρια. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής και της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας.